Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

169 - Τί Μάνα εἶναι Αὐτή!




– Γέροντα, γιατί Παναγία λλοτε µο δίνει µέσως ατ πο Τς ζητ κα λλοτε χι;

Παναγία, ποτε χουµε νάγκη, παντ µέσως στν προσευχή µας• ποτε δν χουµε, µς φήνει, γι ν ποκτήσουµε λίγη παλληκαριά. ταν µουν στν Μον Φιλοθέου (1955-1958), µι φορά, µέσως µετ τν γρυπνία τς Παναγίας µ στειλε νας Προϊστάµενος ν πάω να γράµµα στν Μον βήρων. στερα πρεπε ν πάω κάτω στν ρσαν τς µονς κα ν περιµένω να γεροντάκι πο θ ρχόταν µ τ καραβάκι, γι ν τ συνοδεύσω στ µοναστήρι µας – πόσταση µιάµιση ρα µ τ πόδια. µουν π νηστεία κα π γρυπνία. Τότε τν νηστεία το Δεκαπενταυγούστου τν χώριζα στ δύο• µέχρι τς Μεταµορφώσεως δν τρωγα τίποτε, τν µέρα τς Μεταµορφώσεως τρωγα, κα µετ µέχρι τς Παναγίας πάλι δν τρωγα τίποτε. φυγα λοιπν µέσως µετ τν γρυπνία κα οτε σκέφθηκα ν πάρω µαζί µου λίγο παξιµάδι. φθασα στν Μον βήρων, δωσα τ γράµµα κα κατέβηκα στν ρσανά, γι ν περιµένω τ καραβάκι. Θ ρχόταν κατ τς τέσσερις τ πόγευµα, λλ ργοσε ν ρθη. ρχισα ν τ µεταξ ν ζαλίζωµαι. Πι πέρα εχε µι στοίβα π κορµος δένδρων, σν τηλεγραφόξυλα, κα επα µ τν λογισµό µου: «ς πάω ν καθήσω κε πο εναι λίγο πόµερα, γι ν µ µ δ κανες κα ρχίση ν µ ρωτάη τί παθα». ταν κάθησα, µο πέρασε λογισµς ν κάνω κοµποσχοίνι στν Παναγία ν µο οκονοµήση κάτι. λλ µέσως ντέδρασα στν λογισµ κα επα: «Ταλαίπωρε, γι τέτοια τιποτένια πράγµατα θ νοχλς τν Παναγία;». Τότε βλέπω µπροστά µου ναν Μοναχό. Κρατοσε να στρογγυλ ψωµί, δύο σύκα κα να µεγάλο τσαµπ σταφύλι. «Πάρε ατά, µο επε, ες δόξαν τς Κυρίας Θεοτόκου», κα χάθηκε. , τότε διαλύθηκα• µ πιασαν τ κλάµατα, οτε θελα ν φάω πι … Πά, πά! Τί Μάνα εναι Ατή! Ν φροντίζη κα γι τς µικρότερες λεπτοµέρειες! Ξέρεις τί θ π ατό!



Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι ΣΤ΄, Περί προσευχής, έκδοση Ιερόν Ησυχαστήριον Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος", Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 2012, σσ. 90-91.

168 - Το σημάδι του Οδυσσέα

Άλλη μια συγκινητική στιγμή της Οδύσσειας.
Η Ευρύκλεια πλένει τα πόδια του Οδυσσέα και τον αναγνωρίζει από το τραύμα του.



Η ταυτότητα του Οδυσσέα θέτει πολλαπλά προβλήματα. Δεν είναι απλώς μεταμορφωμένος σε ζητιάνο, αλλά, αφού ήταν είκοσι πέντε χρονών όταν έφυγε, σήμερα είναι σαράντα πέντε. Ακόμα και αν τα χέρια του δεν έχουν αλλάξει, δεν μπορεί να είναι ίδια και απαράλλαχτα. Είναι συγχρόνως ο ίδιος και εντελώς διαφορετικός. Η βάγια υποστηρίζει πάντως ότι του μοιάζει και λέει στον Οδυσσέα: «Από όλους όσους έχουν έρθει εδώ πέρα, ταξιδιώτες, ζητιάνους, στους οποίους προσφέραμε φιλοξενία, εσύ μου θυμίζεις από όλους πιο πολύ τον Οδυσσέα.

— Μάλιστα, έχετε δίκιο, λέει ο Οδυσσέας, μου το έχουν ξαναπεί αυτό». Σκέφτεται τότε ότι αν η Ευρύκλεια του πλύνει τα πόδια, θα δει μια χαρακτηριστική ουλή που έχει, με κίνδυνο, αν η ταυτότητά του αποκαλυφθεί πριν από την ώρα της, να βρεθεί σε δύσκολη θέση και να πάει όλο το σχέδιο στράφι.

Γιατί ο Οδυσσέας, όταν ήταν μικρός, δεκαπέντε, δεκάξι χρονών, είχε πάει στον παππού του, τον πατέρα της μητέρας του, για να μυηθεί στη ζωή του κούρου, από παιδί να γίνει άντρας· το αγόρι, οπλισμένο με ένα δόρυ, έπρεπε να αντιμετωπίσει, ολομόναχο και υπό την επιτήρηση των εξαδέλφων του, και να νικήσει ένα τεράστιο αγριογούρουνο — και το νίκησε, αλλά το αγριογούρουνο όρμησε πάνω του και του έσκισε το πόδι στο γόνατο. Γύρισε λοιπόν πίσω περιχαρής αλλά με την ουλή, την οποία έδειξε σε όλον τον κόσμο, και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια τι έγινε, πώς τον περιποιήθηκαν, πώς τον γέμισαν δώρα. Πρώτη πρώτη στο ακροατήριο ήταν φυσικά η βάγια, η Ευρύκλεια: όταν ο παππούς του, ο Αυτόλυκος, είχε έρθει παλιά στη γέννηση του παιδιού, εκείνη κρατούσε το μωρό στα γόνατα· παρακάλεσε τον Αυτόλυκο να διαλέξει ένα όνομα για τον εγγονό του. Έτσι πήρε ο Οδυσσέας το όνομά του.

Επειδή ένα από τα καθήκοντα της Ευρύκλειας ήταν να πλένει τα πόδια των φιλοξενούμενων, θα πρέπει να είχε γίνει ειδική σ’ ό,τι αφορά τα πόδια. O Οδυσσέας σκέφτεται: «Αν δει την ουλή, θα καταλάβει. Θα είναι ένα σήμα γι αυτήν, το σημάδι ότι είμαι ο Οδυσσέας, η υπογραφή μου».

Κάθεται λοιπόν σε μια σκοτεινή γωνιά, όπου δε φαίνεται τίποτα. Η βάγια πάει να γεμίσει τη λεκάνη χλιαρό νερό, παίρνει μες στο σκοτάδι το πόδι του Οδυσσέα, το χέρι της γλιστράει στο γόνατο, πιάνει το εξόγκωμα, κοιτάζει, αφήνει τη λεκάνη να πέσει κάτω, χύνεται το νερό. Βγάζει μια φωνή. Ο Οδυσσέας τής κλείνει το στόμα: καταλαβαίνει. Ρίχνει μια ματιά στην Πηνελόπη, για να της ανακοινώσει με το βλέμμα το νέο ότι ο άντρας αυτός είναι ο Οδυσσέας. Η Αθηνά εμποδίζει την Πηνελόπη να δει το βλέμμα της, για να μη μάθει τίποτα. «Μικρέ μου Οδυσσέα, μουρμουρίζει η Ευρύκλεια, πώς μπόρεσα να μη σε αναγνωρίσω αμέσως;» Ο Οδυσσέας τής λέει να σωπάσει. Τον αναγνώρισε, η Πηνελόπη όμως δεν πρέπει να μάθει τίποτα.

Jean-Pierre Vernant, Το Σύμπαν, οι Θεοί, οι Άνθρωποι. Ελληνικές ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου. Εκδόσεις Πατάκη, σ. 144-5.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...