Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

215 - Λόγος περί της πολυμήχανης κοιλίας





ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ τώρα ν μιλήσωμε περ κοιλίας, πεφασίσαμε πάλι, πως κα σ λα τ λλα θέματα, ν στρέψωμε τν φιλοσοφία μας ναντίον μας. Διότι εναι ξιοθαύμαστο ἐὰν πηλλάγη κανες π ατήν, πρν κατοικήση τν τάφο.

2. Γαστριμαργία εναι ποκριτικ συμπεριφορ τς κοιλίας, ποία, ν εναι χορτασμένη, φωνάζει πς εναι νδεής· κα ν εναι παραφορτωμένη μέχρι διαρρήξεως, νακράζει τι πειν. Γαστριμαργία εναι δημιουργς τν καρυκευμάτων, πηγ τν τέρψεων το λάρυγγος. σ κλεισες τν φλέβα (τν δονικν παιτήσεών της), λλ ατ ξεπρόβαλε π λλο μέρος. Τν φραξες κα τούτη, λλ καινούργια νοίχθηκε. Γαστριμαργία εναι μία πάτη τν φθαλμν. Καθ᾿ ν στιγμν κάποιος τρώγει τ μέτριο σ ποσότητα φαγητό του, γαστριμαργία τν κάνει ν σκέπτεται, πς ν ταν δυνατ ν καταβροχθίση δι μις τ σύμπαντα.

3. χορτασμς π φαγητ εναι πατρ τς πορνείας· θλίψις δ τς κοιλίας εναι πρόξενος τς γνότητος. κενος πο κολάκευσε τν λέοντα, πολλς φορς τν μέρωσε. κενος μως πο περιποιήθηκε τν σάρκα, περισσότερο τν ξαγρίωσε.





4. Χαίρεται ουδαος τ Σάββατο τς ορτές, κα γαστρίμαργος μοναχς τ Σάββατο κα τν Κυριακή. π καιρ πολογίζει τ Πάσχα κα π πολλς μέρες τοιμάζει τ φαγητά. δολος τς κοιλίας σκέπτεται μ τί εδους φαγητ θ ορτάση, δ δολος το Θεο μ τί χαρίσματα θ πλουτήση. κοιλιόδουλος, ταν λθη κάποιος ξένος, συνέχεται λόκληρος π τν γάπη -γάπη πο προέρχεται π τν γαστριμαργία- κα θεωρε ς ναψυχ το δελφο τν δική του κατάλυσι! π παρουσί ρισμένων λλων πεφάσισε τν κατάλυσι ονου, κα νομίζοντας πς κρύβει τν ρετή του, ποδουλώθηκε στ πάθος του.

5. χθρεύεται πολλς φορς κενοδοξία πρς τν γαστριμαργία κα ντιμάχονται γι τν κατοχ το θλίου μοναχο σν ν πρόκειται γι γοραστ δολο. μν γαστριμαργία τν θε στν κατάλυσι, δ κενοδοξία του συνιστ τν πίδειξι τς ρετς του, λλ σοφς μοναχς θ τς ποφύγη κα τς δυ διώχνοντας στν κατάλληλη ρα τν μία μ τν βοήθεια τς λλης.

6. ταν σάρκα σφριγ, ς φυλάξωμε τν γκράτεια παντο κα πάντοτε. ταν δ ρεμ -πράγμα πο δν πιστεύω τι κατορθώνεται πρ το τάφου- ς ποκρύψωμε τν ργασία μας.

7. Εδα λικιωμένους ερες ν μπαίζωνται π τος δαίμονες κα ν δίνουν ελογία σ νέους, πο δν ξηρτντο πνευματικς π ατούς, ν καταλύσουν σ πίσημο τραπέζι κρασ κα ,τι λλο. Ἐὰν μν ο ερες ατο χουν ν Κυρί καλ μαρτυρία, ς κάνωμε μετρία κατάλυσι. Ἐὰν μως εναι μελες, ς μ λάβωμε καθόλου π᾿ ψιν μας τν ελογία τους, κα μάλιστα ἐὰν τύχη κα μαχώμεθα ναντίον σαρκικς πυρώσεως.

8. νόμισε θεήλατος Εάγριος τι γινε σοφώτερος τν σοφν κα στν μορφ κα στ περιεχόμενο τν λόγων του. πατήθηκε μως ταλαίπωρος κα φάνηκε νοητότερος τν νοήτων κα σ πολλ λλα ζητήματα κα σ᾿ ατό. δίδαξε: «σάκις ψυχ πιθυμε ποικίλα φαγητά, ς θλίβεται μ ρτον μόνο κα δωρ». Εναι δ προσταγή του ατ σν ν προτρέπης να παιδ ν᾿ νεβ μ να βμα λη τν σκάλα. μες μως, ντικρούοντες τν ρισμό του, ς ξς ρίζουμε: ταν πιθυμομε τ διάφορα φαγητά, ζητομε κάτι πο εναι μέσα στν φύσι μας. Γι᾿ ατν τν λόγο ς χρησιμοποιήσωμε να τέχνασμα πρς τν πολυμήχανη κοιλία, κα μάλιστα ν δν μς πειλ βαρύτατος πόλεμος δν πάρχη πένθος κανν γι προηγούμενες σοβαρς πτώσεις. ς κόψωμε πρτα τ λιπαρά, πειτα τ ρεθιστικ κα πειτα τ εγευστα.

9. ν σο εναι εκολο, δίδε στν κοιλία σου τροφ χορταστικ κα εκολοχώνευτη, στε μ τν χορτασμ ν κανοποιήσουμε τν χόρταστη ρεξί της, ν μ τν σύντομη χώνευσι ν σωθομε π τν σαρκικ πύρωσι σν π μάστιγα. ς ξετάσωμε, κα θ βρομε πς τ περισσότερα π τ φαγητ πο «φουσκώνουν» ρεθίζουν τν σάρκα.

10. Ν γελς μ τν δαίμονα πο σο ποβάλλει μετ τ δεπνο ν φήσης γι τν πόμενη μέρα τος κανόνες τν προσευχν σου, διότι θ λθη νάτη ρα τς πομένης, κα δν θ χη τηρηθ συμφωνία τς προηγουμένης.

11. λλη εναι γκράτεια πο ρμόζει σ σους δν χουν δοκιμάσει μεγάλες πτώσεις κα λλη σ σους χουν ποπέσει σ᾿ ατές. Ο μν πρτοι χουν ς γνώμονα τν σαρκικ κίνησι, ο δ δεύτεροι ντιμετωπίζουν τ θέμα μ σκληρότητα κα διαλλαξία μέχρι θανάτου. Κα ο μν προσπαθον ν διαφυλάττουν πάντοτε τν σωφροσύνη το νο, ν ο δ ξευμενίζουν τν Θεν μ τν σκυθρωπότητα τς ψυχς κα μ τν θλίψι τς σαρκός.

12. καιρς τς εφροσύνης κα τς «παρακλήσεως» στν τέλειο μοναχ εναι καιρς μεριμνίας, στν γωνιστ καιρς πάλης κα στν μπαθ «ορτν ορτ κα πανήγυριςπανηγύρεων».

13. νειρα γύρω π τροφς κα φαγητ συναντνται στν καρδία τν γαστριμάργων,κα νειρα γύρω π τν κόλασι κα τν Κρίσι συναντνται στν καρδία τνμετανοούντων.

14. Κυριάρχησε στν κοιλία σου, πρν κυριαρχήση ατ πάνω σου, κα τότε θὰ ἀναγκασθς ν νηστεύης γεμάτος καταισχύνη. Ατ πο επα τ καταλαβαίνουν κενοι πο πεσαν στν κατανόμαστο βόθρο . σοι εναι ενοχοι – (κατ πνεμα ενοχοι – πρβλ. Ματθ. ιθ 12) – δν γνώρισαν τ μάρτημα ατό.

15. ς περικόψωμε τς παιτήσεις τς κοιλίας μ τν σκέψι το αωνίου πυρός. Μερικο πο πετάγησαν σ᾿ ατν φθασαν στν νάγκη στ τέλος ν ποκόψουν τ μέλη τοσώματός τους, κα πέθαναν τσι σωματικ κα ψυχικά. ς ρευνήσωμε, κα πωσδήποτε θ διαπιστώσωμε πς τ θικά μας ναυάγια προέρχονται μόνο π τν γαστριμαργία.

16. νος το νηστευτο προσεύχεται καθαρ κα προσεκτικά, το δ κρατος εναι  γεμάτος π κάθαρτες εκόνες. χορτασμς τς κοιλίας ξήρανε τς πηγς τν δακρύων. ταν μως ατ πεξηράνθη, δημιούργησε τ δατα τν δακρύων.

17. κενος πο περιποιεται τν κοιλία του κα γωνίζεται ν νικήση τ πνεμα τς πορνείας, μοιάζει μ κενον πο προσπαθε ν σβήση μεγάλη φωτι μ λάδι. ταν θλίβεται κοιλία ταπεινοται καρδία. ταν μως δέχεται περιποιήσεις, θεριεύουν κα λαζονεύονται ο λογισμοί.

18. ξέταζε τν αυτόν σου τν πρώτη ρα τς μέρας κα τ μεσημέρι κα τν τελευταία πρ το φαγητο, κα θ κατανοήσης τσι τν φέλεια τς νηστείας. Τ πρω (πο δν πεινς) ο λογισμο σκιρτον κα περιπλαννται δ κι κε, κατ τν κτη ρα τονον κάπως, κα κατ τ λιοβασίλεμα χουν ντελς ταπεινωθ.

19. Θλίβε τν κοιλία κα πωσδήποτε θ κλείσης κα τ στόμα· διότι γλώσσα σχυροποιεται π τ πολλ φαγητά. Ν πυγμαχς συνεχς ναντίον της κα νὰ ἐπαγρυπνς συνεχς πάνω της. Ἐὰν σ κοπιάσης λίγο, μέσως κα Κύριος σβοηθε.

20. σο χρησιμοποιονται κα μαλακώνουν ο σκοί, τόσο αξάνουν στν χωρητικότητα. ταν μως μείνουν περιφρονημένοι κα χρησιμοποίητοι, θ μαζέψουν κα δν θχωρον τόσο πολύ.

21. κενος πο καταπιέζει τν κοιλία μ πολλ φαγητά, πλάτυνε τ ντερα, νῷ ἐκενος πο τς ναντιώνεται, τ στένευσε. Κα ταν ατ στένευσαν, δν χρειάζονται πολλ φαγητά, πότε κατ φυσικ τρόπο μαθαίνομε ν νηστεύωμε.

22. δίψα πολλς φορς σταμάτησε τν δίψα. Εναι μως δυσχερς κα κατόρθωτο μτν πείνα ν περικοπ πείνα. ταν σ νικήση κοιλία, δάμαζέ την μ σωματικος κόπους. Κα ν ατ σο εναι δύνατο δι λόγους σθενείας, πάλαιψε ναντίον της μτν γρυπνία.

23. ταν βαραίνουν ο φθαλμοί, πιάσε τ ργόχειρο. Ἐὰν μως πνος χη φύγει, μ τπιάνης, διότι δν εναι δυνατν ν προσηλώσης τν νο σου στν Θεν κα στν μαμων(Ματθ. στ 24), δηλαδ στν Θε κα στ ργόχειρο.

24. Γνώριζε τι πολλς φορς δαίμων τς γαστριμαργίας ρχεται κα κάθεται πάνω στ στομάχι, κα κάνει στε ν μ χορταίνει νθρωπος, στω κα ν φάγη λόκληρη τν Αγυπτο κα πι λόκληρο τν Νελο. Μετ τ φαγητ φεύγει νόσιος κα μς στέλνει τν δαίμονα τς πορνείας, φο το περιέγραψε τ συμβάν. «Ν τν συλλάβης, το λέγει, ν τν συλλάβης, ν τν ζαλίσης. Καθς κοιλία του εναι παραφορτωμένη, δν θ κουρασθς πολύ». Κα κενος μόλις λθε χαμογέλασε. Κα φο μς δεσε «χειροπόδαρα» μ τν πνο, πραξε λα σα θέλησε καταλερώνοντας σμα κα ψυχ μμολυσμος κα φαντασίες κα κκρίσεις. Θαυμαστ πράγμα! Ν βλέπης σώματο νο νμολύνεται κα ν σκοτίζεται π τ σμα· κα πάλι δι μέσου του πηλίνου σώματος τν ϋλο νο ν καθαρίζεται κα ν λεπτύνεται!

25. Ἐὰν ποσχέθηκες στν Χριστν ν βαδίζης τν στεν κα τεθλιμμένη δό, στενοχώρησε τν κοιλία. Διότι ταν ατ δέχεται περιποιήσεις κα πλατύνεται, τότε σὺ ἀθέτησες τς ποσχέσεις.

26. Σύνελθε! Κα θ κούσης τν Χριστν ν λέγη: «Πλατεία κα ερύχωρος δς τς κοιλίας, πάγουσα ες τν πώλειαν τς πορνείας· κα πολλο εσν ο εσπορευόμενοι ν ατ. Τ στεν πύλη κα τεθλιμμένη δς τς νηστείας, εσάγουσα ες τν ζων τς γνείας· κα λίγοι εσν ο εσερχόμενοι δι᾿ ατς» (πρβλ. Ματθ. ζ 13-14).

27. ρχηγς τν δαιμόνων εναι πεσν ωσφόρος, κα ρχηγς τν παθν λαιμς τς κοιλίας.

28. ταν λάβης θέσι σ πλούσιο τραπέζι, φέρε μπρός σου τν μνήμη το θανάτου κα τς Κρίσεως· σως τσι ν συγκρατήσης λίγο τ πάθος. Κα ν πίνεις, μ παύσης νθυμσαι τ ξεος κα τν χολ το Δεσπότου σου. τσι θ γκρατευθς τουλάχιστον, ν δν γκρατευθς, θ ταπεινωθς ναστενάζοντας (συγκρίνοντας τνπολυφαγία σου μ τ πάθος το Χριστο).

29. Μ πλανσαι! Οτε π τν δουλεία το Φαρα πρόκειται ν λευθερωθς οτε τὸ ἄνω Πάσχα θ ντικρύσης, ἐὰν δν γευθς παντοτειν πικρίδες κα ζυμα. Πικρίδες εναι βία κα κακοπάθεια τς νηστείας, κα ζυμα τ χωρς φυσίωσι φρόνημα.

30. ς νωθ μ τν ναπνοή σου λόγος το Ψαλμδο: «ταν μ νωχλοσαν ο δαίμονες, φοροσα πένθιμο νδυμα κα ταπείνωνα μ νηστεία τν ψυχή μου κα προσευχή μου εχε κολληθ στος κόλπους τς ψυχς μου» (πρβλ. Ψαλμ. λδ 13).

31. νηστεία εναι βία φύσεως κα περιτομ τν δονν το λάρυγγος, κτομ τς σαρκικς πυρώσεως, κκοπ τν πονηρν λογισμν, πελευθέρωσις π μολυσμος νείρων, καθαρότης προσευχς, φωτισμς τς ψυχς, διαφύλαξις το νο, διάλυσις τς πωρώσεως, θύρα τς κατανύξεως, ταπεινς στεναγμός, χαρούμενη συντριβή, σταμάτημα τς πολυλογίας, φορμ συχίας, φρουρς τς πακος, λαφρότης τοῦ ὕπνου, γεία το σώματος, πρόξενος τς παθείας, φεσις τν μαρτημάτων, θύρα κα πόλαυσις το παραδείσου.

32. ς συλλάβωμε κα ς νακρίνωμε κα ατν τν χθρν -προπαντς ατόν- ποερίσκεται πικεφαλς λων τν πικινδύνων χθρν μας. Ατν πο εναι θύρα τν παθν, πτσις το δάμ, πώλεια το σα, λεθρος τν σραηλιτν, ἡ ἀσχημοσύνη το Νε, προδοσία τν Γομόρρων, κατηγορία το Λώτ, ξολόθρευσις τν υἱῶν το ερέως λε, καθοδηγητς πρς τος μολυσμούς. ς τν νακρίνωμε -τν γαστριμαργία- π πο γεννται, ποιο εναι ο πόγονοί της, ποις εναι ατς ποτν συντρίβει κα ποις ατς πο τν ξολοθρεύει τελείως.«Λέγε μας, τύραννε λων τν νθρώπων, σ πο τος ξαγοράζεις λους μ τχρυσάφι τς πληστίας, π πο εσέρχεσαι μέσα μας; Κα τί ν συνεχεί συνηθίζεις ν γεννς κε; Κα πς μπορομε ν πιτύχωμε τν ξοδό σου κα πομάκρυνσι πὸ ἐμς»; κείνη δ ταλαιπωρημένη π τς βρεις ατές, γεμάτη μανία κα γριότητα μς ποκρίθηκε τυραννικά: «Γιατί μ νειδίζετε σες πο εσθε πόλογοι πέναντί μου; Κα πς φροντίζετε ν μὲ ἀποχωρισθτε, ν γ εμαι κ φύσεως συνδεδεμένη μαζ σάς; Θύρα γι μένα εναι φύσις τν φαγητν. Ατίας τς πληστίας μου εναι συνεχς χρσις. φορμ δ τς πικρατήσεως το πάθους μου εναι προϋπάρχουσα συνήθεια, ναισθησία τς ψυχς κα λησμοσύνη το θανάτουΚα πς ζητετε ν μάθετε τ νόματα τν πογόνων μου; Θ τος παριθμήσω κα θ πληθυνθον περισσότερο π τν μμο. κοστε μως ποιο θεωρονται ς υοί μου πρωτότοκοι κα γαπητοί: Πρωτότοκός μου υἱὸς εναι πηρέτης τς πορνείας. Δεύτερος σκληροκαρδία. Τρίτος πνος. π μένα πίσης γενννται θάλασσα τν λογισμν, τ κύματα τν μολυσμν, βυθς τν κρυπτν κα νεκφράστων καθαρσιν.» δικές μου θυγατέρες εναι κνηρία, πολυλογία, «παρρησία», τ γέλια, τ στεα κα τ ετράπελα, ντιλογία, σκληροτράχηλη διαγωγ κα συμπεριφορά, ἡ ἀνυπακοή, ναισθησία, αχμαλωσία κα ποδούλωσις (στ πάθη), καύχησις, θρασύτης. πίσης κα γάπη το καλλωπισμο, τν ποία διαδέχονται ρυπαρπροσευχή, ρεμβασμς τν λογισμν κα πολλς φορς συμφορς νέλπιστες κα προσδόκητες, στς ποες μάλιστα κολουθε πελπισία πο εναι πι φοβερ πὸ ὅλες.» μένα μ πολεμε, λλ δν μ νικ, μνήμη τν μαρτημάτων. περβολικά μὲ ἐχθρεύεται σκέψις το θανάτου. κενο δ πο μ καταστρέφει τελειωτικ δν πάρχει στος νθρώπους. ποιος πέκτησε μέσα του Τν Παράκλητο, Τν παρακαλε ναντίον μου. Κα κενος καμφθες π τς κεσίες δν μ φίνει ν νεργ μ μπάθεια. Ατο πο δν γεύθηκαν τν χάρι το Παρακλήτου, πιζητον πωσδήποτε ν γλυκαίνωνται π τν δική μου δονή». Πρόκειται γι νδρεία νίκη! ποιος τν κέρδισε, προχωρε σύντομα πρς τν πάθεια κα τν κορυφ τς σωφροσύνης.

Ο Λόγος περί γαστριμαργίας από την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτη σε νεοελληνική απόδοση.




 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...