Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

210 - Οι συμβουλές του Καισάριου Δαπόντε για το ευ ζην



Από τους σημαντικούς λογίους του 18ου αιώνα, ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος, μετέπειτα Καισάριος Δαπόντες (1713 - 4 Δεκεμβρίου 1784), γεννήθηκε στη Σκόπελο το 1713. Η οικογένειά του ήταν ιταλικής καταγωγής - Da Ρonte. Η πολυκύμαντη ζωή του Δαπόντε συνοδεύεται απ΄ ένα εκπληκτικά πληθωρικό, ποικίλο και ενδιαφέρον συγγραφικό έργο. Η ζωή του ήταν πολυτάραχη και το 1746 έπεσε στη δυσμένεια των Τούρκων για να καταφύγει στην αυλή του Χάνη της Κριμαίας και το επόμενο έτος φυλακίστηκε στην Κωνσταντινούπολη για 20 μήνες, διάστημα που αφιέρωσε στη συγγραφή θρησκευτικών ύμνων, επιστολών και εκτενέστερων έμμετρων έργων, όπως ο Καθρέπτης γυναικών.

Από τα 26 έργα του τα 18 έχουν τυπωθεί, ενώ τα άλλα διασώθηκαν σε χειρόγραφη μορφή στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου, σε βιβλιοθήκες της Ελλάδας, της Αγγλίας, της Ρουμανίας, στην Κωνσταντινούπολη και αλλού.

Συνέταξε κυρίως θρησκευτικά έργα - αλφάβητα, ειρμούς, θεοτόκια, μακαρισμούς, μεγαλυνάρια, εκκλησιαστικούς κανόνες κ.λπ., αλλά και πονήματα ιστορικού περιεχομένου, που διατηρούν την αξία τους και σήμερα.

Είναι αλήθεια ότι ο Δαπόντες άφησε ένα πολύ μεγάλο έργο. Άλλο ανέκδοτο κι άλλο εκδεδομένο.'Οπως επίσης είναι αλήθεια κι αυτό που κάποτε έγραψε ο πολύς Μανουλ Γεδεών, κορυφαίος λόγιος του τέλους του 19ου με αρχές του 20ου αι. «Δι᾿ εχς εχομεν ν επερ καστος αἰὼν κέκτητο να Δαπόντε κα να Νικόδημον (εννοεί τον Αγιορείτη)».

Το 1778 εξέδωσε στη Βενετία Λόγους Πανηγυρικούς, απ΄ όπου παραθέτουμε εδώ τρία αλφάβητα με συμβουλές και παραινέσεις.







Ἀλφάβητον συμβουλευτικὸν α

Ἀγάπα πρῶτον τὸν Θεόν, ἔπειτα τὸν ἐχθρόν σου·
Βλέπε τῶν ἄλλων τὰ καλά, τὸ σφάλμα τὸ δικόν σου.

Γυναῖκα ἔχεις; Τίμα την. Δὲν ἔχεις; Μὴ γυρεύσῃς·
Δίδε καλὸν ἀντὶ κακοῦ, καὶ θέλει ἀφεντεύσεις.

Ἔχε διὰ χειρότερον, μόνον τὸν ἑαυτόν σου·
Ζήσεις καλῶς ἄν τὸ κακό, τὸ φεύγῃς ὡς ἐχθρόν σου.

Ἡμέρα δίχως προσευχήν, ποτὲ μὴ σὲ περάσῃ·
Θρόνον Θεοῦ θέλεις γενῇ, ταπεινωθεὶς ἐν πᾶσι.

Ἴξευρε καὶ βεβαίωνε, πῶς σήμερα πεθαίνεις·
Κόλακα μήτε νὰ δεχθῇς, μήτε ἐσὺ νὰ γένῃς.

Λιμὴν νὰ εἶσαι τῶν πτωχῶν, χαρὰ τῶν θλιβομένων·
Μήτηρ, πατὴρ τῶν ὀρφανῶν, ξενοδοχιὸ τῶν ξένων.

Νὰ κοινωνᾷς δύο βολαῖς, τὸν χρόνον ἀναγκαῖον·
Ξομολογοῦ δέκα φοραῖς, ὅμως καὶ ἔτι πλέον.

Ὅσο μπορεῖς καὶ περπατεῖς, τρέχε στὴν Ἐκκλησίαν·
Πουλήσου καὶ ἀγόρασαι, τὴν ἄνω Βασιλείαν.

Ῥίψαι τὸν πόνον τοῦ κορμιοῦ, καὶ πόνει τὴν ψυχήν σου·
Σέβου τὴν Πίστιν σου γερά, ἕως εἰς τὴν θανήν σου.

Τοῦ Ἀφεντός μας τοῦ Χριστοῦ, τὰ Πάθη νὰ θυμᾶσαι·
Ὕμνει καὶ δόξαζε Αὐτόν, ἄν θέλῃς Χριστοῦ νἆσαι.

Φοβοῦ δὲ καὶ ἀγάπα Τον, ὡσὰν τὰ δυό σου μάτια·
Χαῖρε γιὰ τὴν ἀγάπην Του, ἂν γένῃς καὶ κομμάτια.

Ψάλλε Αὐτῷ βράδυ ταχύ, καθημερινῇ καὶ σχόλῃ·
ᾯ πρέπει δόξα καὶ τιμή, Ἀμὴν εἰπέτε ὅλοι.


Ἀλφάβητον συμβουλευτικὸν β´

Ἀγάπα πρῶτα τὸν Θεόν, ὕστερα τοὺς γονεῖς σου·
Βασίλευε τὰ πάθη σου, ἐφ᾿ ὅρῳ τῆς ζωῆς σου.

Γῆ καὶ πηλὸς καὶ σκώληκας, εἶσαι καὶ μὴ καυχᾶσαι·
Δίδε παντοῦ καὶ πάντοτε, τὰ ἄσπρα μὴ λυπᾶσαι.

Εἰκόνα εἶσαι τοῦ Θεοῦ, μιμήσου τὸν Θεόν σου·
Ζηλεύου καὶ μὴ ζήλευε, κανένα στὸν καιρόν σου.

Ἥμαρτες; Μετανόησαι, κλάψαι πικρὰ καὶ θρήνει·
Θρέψαι πτωχόν, ντύσαι γυμνόν, συγχώρησις νὰ γίνῃ.

Ἴδες τὸ σφάλμα τ᾿ ἀδελφοῦ; Κρύψαι το, σκέπασαί το·
Καλὸν ἴδες; Φανέρωστο, εἰς δόξαν Θεοῦ πέστο.

Λάλει ὀλίγα καὶ πολλά, ἄκουε νὰ μανθαίνῃς·
Μὴν ἐπαρθῇς, μὴν ὑψωθῇς, καὶ τὴν ψυχήν σου χάνεις.

Νὰ νικᾷς πάντα τὸ κακόν, ἐσὺ μὲ τὸ καλόν σου·
Ξένον, πτωχόν, νὰ δέχεσαι, αὐτὸν ὡς τὸν Χριστόν σου.

Ὅλος ἂν γένῃς τοῦ Θεοῦ, ὁ Οὐρανὸς δικός σου·
Πτωχεία, νόσοι, πειρασμοί, μεγάλον ὄφελός σου.

Ῥάντιζε καὶ μὲ δάκρυα, κάποτε τὴν στρωμνήν σου·
Σπούδαζε ὅσον δύνασαι, νὰ σώσῃς τὴν ψυχήν σου.

Τὸ Πάτερ ἡμῶν τέκνον μου, λεγέτο καὶ συχνάκις·
Ὑβρίσθηκες; ὑπόμεινε, ὡς ὁ Χριστὸς πολλάκις.

Φεῦγε τὴν καταλαλιάν, καὶ τὰς αἰσχρολογίας·
Χαῖρε καὶ τοὺς Χαιρετισμούς, λέγε τῆς Παναγίας.

Ψαλμοὺς καὶ ὕμνους καὶ εὐχάς, διάβαζε κατὰ μόνας·
Ὡς ἀρεστὰ εἰς τὸν Θεόν, εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.

Ἄλφα συμβουλευτικὸν γ´

Ἀγάπα πρῶτα τὸν Θεόν, δεύτερον τὸν πλησίον·
Ὡς σεαυτὸν ὡς γέγραπται, εἰς ὅλον σου τὸν βίον.

Βρύσις νὰ εἶσαι τῶν καλῶν, εἰς φίλους καὶ ἐχθρούς σου·
Ψεύτης καὶ κλέφτης καὶ μπεκρής, μακρὰν τοῦ ὀσπητιοῦ σου.

Γλῶσσαν μὴν ἔχῃς παντελῶς, ἢ νὰ τὴν ξουσιάζῃς·
Χρέος μὴ βάνῃς παντελῶς, ἢ σπεῦδε νὰ τὸ βγάζῃς.

Δοῦλον πιστὸν νὰ τὸν τιμᾷς, ἶσα μὲ τὰ παιδιά σου·
Φίλος μὴ γίνεσαι εὐθύς, ἀμὴ σὰν γένῃς, στάσου.

Εὔχου Θεῷ ν᾿ ἀξιωθῇς, γυναῖκα τῆς καρδιᾶς σου·
Ὑπακοὴν καὶ ἐντροπήν, δίδασκε τὰ παιδιά σου.

Ζήτει τὸ θέλημα Θεοῦ, πάντας στὴν προσευχή σου·
Τὸ δέκατον εἰς τοὺς πτωχούς, δίδε γιὰ τὴν ψυχήν σου.

Ἥμερος νᾷσαι καὶ καλός, διὰ νὰ καλοζήσῃς·
Στολίδια καὶ συμπόσια, ποτὲ μὴν ἀγαπήσῃς.

Θυμός, θηρίον φοβερόν, καὶ νὰ τὸν θανατώσῃς·
Ῥόγα τοῦ δούλου μὴ κρατῆς, εὐθὺς νὰ τὴν πληρώσῃς.

Ἰξεύρεις τὸ νὰ συμπαθᾷς; ξεῦρε καὶ νὰ παιδεύῃς·
Παράδειγμ᾿ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἄλλο μὴ γυρεύῃς.

Κορίτζι, χρέος, ἀῤῥωστιά, πολὺ μὴ τὰ βαστάξῃς·
Ὅλας τῆς Ἐκκλησίας σου, τὰς τάξεις νὰ φυλάξῃς.

Λάμβανε καὶ συμβουλήν, καὶ Σολομὼν ἂν εἶσαι·
Ξένον μὴ πάρῃς δίκαιον, ὡς πῦρ νὰ τὸ φοβῆσαι.

Μὴν ἔχῃς ἄλλα στὴν καρδιά, καὶ ἄλλα εἰς τὰ χείλη·
Νὰ τάκανες ὅλα αὐτά, οἱ Ἄγγελοί σου φίλοι.



Να παρατηρήσουμε εδώ και την ακαταμάχητη ομορφιά των τυπογραφικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν τον 18ο αιώνα στα τυπογραφεία της Βενετίας αλλά και αλλού. Τα γράμματα μιμούνταν την ρέουσα γραφή των βυζαντινών χειρογράφων και περιείχαν αμέτρητα συμπλέγματα και χαρακτήρες εναλλακτικού σχεδιασμού, ώστε, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια γραμματοσειρά να αποτελείται από πολλά στοιχεία.







Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...