Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

209 - τα θεόξηρα, πτωχά σου χόρτα



«Καὶ τότε, ὦ ζωγράφε, μὲ ἀγάπην καὶ ὑπομονὴν Κινέζου καλλιτέχνου, θὰ βάλῃς τὸ ὁλόγυμνο βραχάκι, μὲ τὸ ὡραῖο του φόρεμα καὶ θὰ εἶναι ὅπως εἶναι βελουδένιο καὶ θὰ βάλῃς ἐπάνω του τὰ ὡραῖα του κοσμήματα, τὰ λιθάρια του καὶ ἀραιὰ ἀραιότατα θὰ βάλῃς τὰ θεόξηρα χόρτα του καὶ μακρύτερα, ἂν θέλῃς, δυνατωτάτην ἀντίθεσιν ὅπως εἶναι, ἀλλὰ μαλακωτάτην καὶ ἁρμονικωτάτην -ὅπως φαίνεται- κανένα βουνὸ κυανοβαμμένον μὲ ἀργυρὲς φλέβες, σκεπασμένον μὲ καλύπτραν, ποὺ θὰ πάῃ τοῦ ἄλλου τὸ χέρι νὰ τὴν σηκώσῃ. Τότε ὁ κάθε Rembrand καὶ ὁ κάθε Poe καὶ ὁ κάθε Heine καὶ ὁ κάθε Rosseti καὶ ὁ κάθε Dante, ὅταν πλησιάσουν τὴν εἰκόνα σου, μὲ τὴν ψυχὴν των τὴν πιεσμένην, ἀπὸ τὸν παχὺν καὶ χονδρὸν καὶ ὀμιχλώδη κόσμον τὸν ἰδικὸν των, ἡ κατ᾿ ἐξαίρεσιν φαεινὴ ψυχὴ των, ποὺ προσπαθεῖ μὲ ἀπελπισμένον ἀγῶνα νὰ τὸν φωτίσῃ, νὰ τὸν διαρρήξῃ διὰ νὰ πάῃ πρὸς τὸ φῶς, πρὸς ἕνα κόσμον ποὺ ποθεῖ, φαντάζεται, ἀλλὰ δὲν βλέπει, θὰ πλησιάσῃ μὲ ρῖγος καὶ θὰ βάλῃ μὲ περιπάθειαν τὰ χέρια της εἰς τὰ πτωχά σου χόρτα σὰν σὲ χρυσᾶ κάγκελλα θύρας ἡ ὁποία ἀνοίγει αἰφνιδίως ἕνα δρόμον, πρὸς ἕνα κόσμον πάγκαλον καὶ φαεινότατον, τὸν ὀνειροπολούμενον κόσμον κάθε ποιητοῦ, τὸν ὁποῖον σὺ ἔχεις ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια σου καὶ εἶναι ὁ κόσμος ὁ ἰδικός σου, ὁ πραγματικός, ἡ γῆ σου, ἡ μητέρα σου, τὴν ὁποίαν κατὰ βάθος ἀγαπᾷς, μὲ ὅ,τι καὶ ἂν λέγῃς, μὲ ὅ,τι καὶ ἂν κάνῃς, ἀγαπᾷς βαθειὰ σὰν Ἕλλην ποὺ εἶσαι.»

(Περικλῆς Γιαννόπουλος, «Ἡ σύγχρονος ζωγραφική», 1902)


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...