Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

199 - τὰ τρίβει σὰν τὴ μυλόπετρα, τὰ κάνει σκόνη



πι φοβερ κ᾿ πι νεξιχνίαστη δύναμη στν κόσμο εναι Χρόνος, Καιρός. Καλ-καλ τί εναι ατ δύναμη δν τ ξέρει κανένας, κι σοι θελήσανε ν τν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Τ μυστήριο το Χρόνου πόμεινε κατανόητο, κι ς μς φαίνεται τόσο φυσικς ατς Χρόνος. Τν διο τν Χρόνο δ μπορομε ν τν καταλάβουμε τί εναι, λλ τν νοιώθουμε μοναχ π τν νέργεια πο κάνει, π τ σημάδια πο φήνει πάνω στν πλάση. μυστηριώδης πνοή του λα τ᾿ λλάζει. Δν πομένει τίποτα σταθερό, κόμα κι σα φαίνονται σταθερ κι αώνια. Μι διάκοπη κίνηση στριφογυρίζει λα τ πάντα, μέρα-νύχτα, κι ατ τν πιαστη κα κρυφ κίνηση δ μπορε ν τ σταματήσει καμμι δύναμη. Τοτο τ πργμα πο τλέμε Χρόνο, τ χουμε συνηθίσει, εμαστε ξοικειωμενοι μαζί του, λλις θ μς πιανε τρόμος, ν εμαστε σ θέση ν νοιώσουμε καλ τί εναι κα τί κάνει. πως επαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αἰῶνες αώνων, διάκοπα, βουβά, κρυφά, κι λα τ᾿ λλάζει μ μία καταχθόνια δύναμη, πιαστος, όρατος, νυπάκουος, τόσο, πο ν τν ξεχν κανένας κα ν θαρρε πς δν πάρχει, ατς πο εναι τμόνο πργμα πο πάρχει κα πο δ μπορε διάνοιά μας, μ κανέναν τρόπο, ν καταλάβει πς κάποτε δν θ πάρχει, πς θ καταστραφε, πς θ λείψει. Πς, φο ατ τ «κάποτε» εναι ὁ ἴδιος Χρόνος; Πς μπορε ν φανταστε κανένας πς κάποτε θ πάψει ν πάρχει ατ τ διο τ«κάποτε»;



ν λείψει Χρόνος θ λείψουνε λα τ πάντα. Ατς τ γενν, κι ατς πάλι τ λυώνει, τ κάνει θρύψαλα, κα τ ξαφανίζει. Γι᾿ ατ ο ρχαοι λληνες λέγανε στ Μυθολογία τους πς Κρόνος, δηλαδ Χρόνος, τρωγε τ παιδιά του. Γέννηση, μεγάλωμα, φθορ κα θάνατος εναι τ᾿ ἀκατάπαυστα ργα του. ν βρίσκεται γύρω μας, πάνω μας, μέσα μας, δν τν νοιώθουμε λότελα, ατν τν κατανόητο ρχοντά μας, ατν πο εναι φίλος κ᾿ χθρός μας, γιατ ατς μς φέρνει λα τ καλ πο μς χαροποιονε, κι λα τ κακ πο μς πικραίνουνε. Μς δίνει τγέννηση, τ γλυκει λέξη τς ζως, τ χαρ τς νιότης, τ δύναμη τς ντρείας, μς δωρίζει παιδιά, γγόνια, ργα λαμπρ πο μς ξεγελονε, κάθε λογς εχαρίστηση κι νάπαψη. Κα πάλι, ὁ ἴδιος μς δίνει τς στενοχώριες, τς θλίψεις, τος πόνους, τς ρρώστειες, τ πίστευτο λλαγμα καχάλασμα το κορμιο μας κα τν ργων, πο κοπιάσαμε ν τ κάνουμε, κα στ τέλος μας ποτίζει τ φαρμάκι π τ διο ποτήρι πο μς πότισε τ γλυκ κρασ τς χαρς, δίνοντάς μας τν θάνατο, σ᾿ μς κα στος δικούς μας.

! ποις θ πιάσει ατν τν κλέφτη, πο μέρα-νύχτα, χειμνα καλοκαίρι, τν ρα πο κοιμόμαστε κα τν ρα πο εμαστε ξυπνητοί, διάκοπα, χωρς ν σταματήσει μήτε σο νοιγοκλείνει τ μάτι μας, τριγυρίζει παντο, λόγυρά μας, μέσα μας, στ φς κα στ σκοτάδι, μπαίνει σ κάθε μέρος, στν οραν πο γυρίζουνε τ᾿ στρα κα στ καταχθόνια, σ κάθε στερι κα σ κάθε θάλασσα, σ κάθε τρύπα, σ κάθε ζωνταν κι ψυχο, σ κάθε ρμ το βράχου, σ κάθε καρδιά, κι λα τ παλιώνει, τ τρίβει σν τ μυλόπετρα, τ κάνει σκόνη· κα πάλι π τν λλη μερι διος φτιάνει κάθε λογς κτίσμα κα κάθε πλάσμα, κάθε κορμί, κάθε τί πο πάρχει σ τοτον τν κόσμο!

πως λοιπν λα τ πάντα, τσι κ᾿ μες ο νθρωποι εμαστε μπαίγνια στ χέρια ατο το καταμάχητου γίγαντα, πο εναι μαζ εεργέτης μας κα τύραννός μας. Κα δεχόμαστε τ ποτήρι πο μς κερν μ τό να χέρι του κα πού ναι γεμάτο γλυκ κρασί, κα πίνουμε, κα τ᾿ λλο ποτήρι πο κρατ στ᾿ λλο χέρι του κα πο χει μέσα τ πικρ φαρμάκι. Τί εναι λοιπν ατ τ σκληρ παιχνίδι πο παίζει μ᾿ μς ατ τ τέρας, πο δν χει μήτε μορφή, μήτε φωνή, μήτε τίποτα π᾿ ,τι χουνε σα πλάσματα γενν κα σκοτώνει, κα πο τ παίζει δίχως ν γελ, μήτε ν κλαίει, διάφορος κι νέκφραστος, κρύος σν φάντασμα, ατς διος πο νάβει τ φλόγα τς ζως;

λλοίμονο! Ατ τν σπλαχνη μυλόπετρα πο τ᾿ λέθει λα στν κόσμο, τ γιορτάζουμε κάθε πρωτοχρονιά, κα τ φχαριστομε γι σα μς κανε πρίν, κα γι σα θ μς κάνει στερα, γι τ πολλ κακ πο θ πάθουμε π᾿ ατή, κοντ στ λίγα καλ πο θ μς φέρει κα πο θ μς τ πάρει βιαστικά. μες εμαστε σν τος δυστυχισμένους κατάδικους πο καλοπιάνουνε τν δήμιό τους, σν τος μονομάχους τς Ρώμης πο χαιρετούσανε τν Καίσαρα, πρν ν σφάξει νας τν λλον, κράζοντάς του: «Χαρε, Κασαρ, ο μελλοθάνατοι σ χαιρετονε»! τσι, κ᾿ μες, χαιρετμε τν καινούριο Χρόνο πο θ μς πάει πι κοντ στ στόμα του γι ν μς φάγει, κα χοροπηδμε κα τραγουδμε ο δύστυχοι, σν τ σαλιγκάρια το Ασώπου, τν ρα πο ψηνόντανε.

Τοτος λικς κόσμος εναι τ βασίλειο το Χρόνου, πο τν κάνει ν᾿ νθίζει κα ν μαραίνεται διάκοπα. φθορ εναι σκληρς νόμος πο βαλε πάνω του τοτος τύραννος. Μ᾿ ατ τν σπαστη λυσίδα βαστ κα τν νθρωπο, σκλάβο νήμπορον κάτω π τ πόδια του.

Μόνο μία λπίδα πάρχει γι᾿ ατόν, ν γλυτώσει π τ φθορά: Χριστός, λυτρωτής, καθαιρέτης τς φθορς. κενος πο πάτησε τν θάνατο κα πο επε: « πιστεύων ες μ κν ποθάν ζήσεται. γώ εμι ρτος ζν, κ το ορανο καταβάς. άν τις φάγ κ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται ες τν αἰῶνα»!

πόστολος Παλος, κλειδοκράτορας το μυστικο κόσμου, λέγει: « κτίσις ποτάχθηκε στ ματαιότητα, θελά της, μ τν λπίδα πς κι ατ κτίση θ λευτερωθε π τ σκλαβι τς φθορς, στν λευθερία τς δόξας τν τέκνων το Θεο. Γιατ γνωρίζουμε, πς λη κτίση ναστενάζει κα πον μαζί μας ς τώρα. Κι χι μοναχ κτίση, λλ κι μες ο διοι πο χουμε τὸ Ἅγιο Πνεμα μέσα μας, ναστενάζουμε, περιμένοντας τν υοθεσία (δηλ. ν γίνουμε τέκνα τοΘεο), γουν ν λυτρωθε τ σμα μας π τ φθορά». Κι λλο λέγει: «ν κατοικε μέσα σας τΠνεμα κείνου πο νάστησε τν ησο, Ατς πο νάστησε τν Χριστ π τος νεκρούς, θζωοποιήσει τ θνητ σώματά σας μ τ γιον Πνεμα, πο κατοικε μέσα σας».

Ναί. Μοναχ Χριστός, πο εναι Λόγος το Πατρς κα πο πρε π᾿ Ατν κάθε ξουσία, θ δώσει τν φθαρσία στος γαπημένους του, καταργώντας κα τν χρόνο κα τν τόπο τς λης, π τν κόσμο τς φθορς. Νά, τί λέγει γιος Πέτρος γι᾿ ατ τν λλαγή: «ξει δ μέρα Κυρίου ς κλέπτς ν νυκτί, ν ορανο ροιζηδν παρελεύσονται, στοιχεα δ καυσούμενα λυθήσονται, κα γ κα τ ν ατ ργα κατακαήσεται».

Κα στν ποκάλυψη εναι γραμμένα τ παρακάτω λόγια γι τν καινούριον κόσμο τς παλιγγενεσίας: «Κα νξ οκ σται κε, κα χρείαν οκ χουσι λύχνου κα φωτς λίου, τι Κύριος Θες φωτιε ατούς, κα βασιλεύσουσιν ες τος αἰῶνας τν αώνων».

Φώτης Κόντογλου - Χρόνος κα κόσμος τς φθορς
(Μικρ ορταστικό, κρίτας, 2006)
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...