Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

197 - κι άλλα ποιήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου



Ακόμη μία σταχυολόγηση ποημάτων του Νικηφόρου Βρεττάκου με αφορμή την ανακήρυξη του έτους 2012 ως έτους αφιερωμένου στον ποιητή και πεζογράφο Νικηφόρο Βρεττάκο (100 χρόνια από τη γέννησή του).




 
Τα γόνατα του Ιησού

Καρφωμένα στ’ αγριόξυλο του σταυρού, σχηματίζουν
μι’ αμβλεία γωνία.
Είναι τα ίδια τα γόνατα
που προβάτιζαν, παίζοντας, γύρω απ’ το κόκκινο
φουστάνι της μάνας του, όταν
ήτανε βρέφος δέκα μηνών.
Που αργότερα, έφηβος, τ’ ακούμπαγε κάτω
στη γη πριονίζοντας το ξύλο ενός κέδρου.
Που λύθηκαν κ’ έπεσαν, ένας σωρός,
- μια νύχτα που η άνοιξη ήταν αβάσταχτη
και μύριζε η γης κι’ ο ουρανός λεμονάνθι –
στο όρος των Ελαιών.
Κι’ είναι ακόμη τα γόνατα
που κάθιζε, αμίλητος, δυό – δυό τα παιδιά
κι’ απλώνοντας δίπλα του, πάνω στη γη,
το απέραντο χέρι του, τα φίλευεν ένα
λουλουδάκι –
κομμένο
απ’ τον πλούτο του σύμπαντος.






Ο νεκρός

Μας τον φέρανε λαβωμένονε.
Το γέλιο του ίδιο. Τα μάτια, τα χέρια του,
δεν έδειχναν τίποτα. Το μέτωπο του ήταν ήρεμο,
φορτωμένο, όπως πάντοτε. Το χιόνι στα γένια του
είχε καθίσει με τον ίδιο απαράλλαχτα
τρόπο που κάθονταν και πάνω στα δέντρα.

Ένα φρέσκο γαρούφαλο μόνο, στο στήθος,
ζερβά, πάνω απ’ τ’ άσπρο πουκάμισο.
Μας έκανε νόημα κ’ εμείς
καταλάβαμε. Του πήρα το χέρι,
γονάτισα, έπιασα το ένα του δάχτυλο:

«Το χρυσό δαχτυλίδι μου να το πάτε στην Α
στην πόλη Ω».

(Το τελευταίο μικρό της γράμμα τον είχε
βρει τις προάλλες στο χίλια διακόσια
είκοσι ύψωμα. Γράφοντας του τον έλεγε
πάντα: «λουλούδι μου»).

Πάνω μας χιόνιζε. Σ’ όλων τα πρόσωπα
βημάτιζε η θλίψη: κάτι δάκρυα χοντρά
που καίγαν το χιόνι, κρεμιόνταν στα μάγουλα
κ’ έσταζαν πάνω του. Κ’ εκείνη την ώρα
πιο ζεστό πράγμα σ’ όλο τον κόσμο
δεν ήταν θαρρώ – γιατί χιόνιζε, χιόνιζε
σ΄ όλο τον κόσμο.
Είχε το σύμπαν
σκύψει θαρρείς και χιόνιζε κ’ έκλαιγε
κ’ έσταζε πάνω στην άσπρη του ακίνητη
μάσκα: «Λουλούδι μου».
 


 
Δυό μητέρες νομίζουν πως είναι μόνες

Ο γιος της σκοτώθηκε πρίν έξη μήνες.
Τώρα κάθε πρωί που ανοίγει την πόρτα της,
Είναι ένα πένθος. Νομίζεις πως βλέπεις,
έξω από χρόνο και χώρο: το πένθος.
Το βράδυ, το ίδιο:
Σπρώχνει την πόρτα
σα να σωριάζεται. Μπαίνει τρικλίζοντας,
ανάβει το φως. Η μαύρη της μπόλια
είναι λυμένη. Οι άκρες της κρέμονται
ως κάτου το πάτωμα. Στον τοίχο, αντίκρυ της,
η εικόνα ταράζεται. Η Παναγία τη βλέπει,
τρέμουν τα χέρια της, θα της φύγει θαρρείς,
θα της πέσει το βρέφος της.

Τα χείλη της σφίγγονται, η κόκκινη
μαντήλα της παίζει. Θέλει να την
βοηθήσει, αλλά – το σπίτι είναι έρημο.
Δεν έχει σε ποιον ν’ αφήσει σ’ αυτόν
τον κόσμο για μια στιγμή το παιδί της.




 
Μοναξιά δεν υπάρχει

Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένας άνθρωπος
σκάφτει ή σφυρίζει ή πλένει τα χέρια του.
Μοναξιά δεν υπάρχει εκεί που ένα δέντρο
σαλεύει τα φύλλα του. Εκεί που ένα ανώνυμο
έντομο βρίσκει λουλούδι και κάθεται,
που ένα ρυάκι καθρεφτίζει ένα άστρο,
εκεί που βαστώντας το μαστό της μητέρας του
μ’ ανοιγμένα τα δυό μακάρια χειλάκια του
κοιμάται ένα βρέφος, μοναξιά δεν υπάρχει.





Η πατρίδα μου

Κ’ η πατρίδα σου, όταν την έχεις
κλεισμένη μέσα μου, είναι
παντού. Ο αστερισμός σου δεν βλέπει
από τόσο ψηλά τον Ταΰγετο.
Βλέπει τη Γη.


 
Η Λιομαζώχτρα

Με τη σκάλα στον ώμο, ανάμεσα στις ελιές, επέρασε
το φάντασμα της. Ήταν η μάνα μου, τη γνώρισα
απ’ το τσεμπέρι της που σάλευε λυμένο, από τα χέρια
κι από τη δέσμη του φωτός που απόπνεε το χαμόγελο της.
Η ώρα, το χώμα, ο γνώριμος κυματισμός του εδάφους
ταίριαζαν με την παρουσία της. Τη φώναξα χωρίς
αμφιβολία καμία’ εκείνη με χαιρέτισε
πήρε ν’ ανυψώνεται. Διάσχιζε τον αέρα
προς τον ουρανό, όπως ήταν, με τη σκάλα της.

(Κάθε τέτοια εποχή, απλώνει τα λιοπάνια της
και τα ξαναμαζεύει. Έρχεται και βοηθάει τη γη).




 
Νέα μέρα

Μέρα ουρανού, λαμπρή, που κατολίσθησε
κ’ έγινε φως πολύ – τόσο που στάζουν κόμποι
χρυσοί στη γη μέσα, σε μέγα βάθος.
Τόσο που συλλαβαίνουν τα πόδια μου παλμικές
δονήσεις παράδοξες, σα να σέρνονται κάτω
απ’ το χώμα οι νεκροί προσπαθώντας να βγουν:
μαργαρίτες ή άλλα έμορφα άνθη.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...