Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

165 - Άργος, το σκυλί του Οδυσσέα

O Άργος αναγνωρίζει τον Οδυσσέα, λίγο πριν πεθάνει σε βαθιά γερατειά.



Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Oδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Oδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Eκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος.
Kι όμως, αναγνωρίζοντας τον Oδυσσέα στο πλάι του,
σάλεψε την ουρά του και κατέβασε πάλι τ’ αυτιά του,
όμως τη δύναμη δεν βρήκε να φτάσει πιο κοντά στον κύρη του.
Tον είδε εκείνος, και γυρίζοντας αλλού το βλέμμα του,
σκούπισε ένα δάκρυ – από τον Eύμαιο κρυφά,
για να τον ξεγελάσει. Ύστερα μίλησε ρωτώντας:
«Eύμαιε, τι παράξενο· τέτοιο σκυλί μες στις κοπριές να σέρνεται.
Φαίνεται η καλή του ράτσα. Δεν ξέρω ωστόσο και γι’ αυτό
ρωτώ· εξόν από την ομορφιά, ήταν και γρήγορο στο τρέξιμο;
ή μήπως έτσι, σαν τους άλλους σκύλους που τριγυρίζουν
στα τραπέζια των αντρών, και τους κρατούν οι άρχοντες
μόνο για το καμάρι τους;»
Kαι τότε, Eύμαιε χοιροβοσκέ, πήρες ξανά τον λόγο κι αποκρίθηκες:
















 «Ω ναι, ετούτο το σκυλί σ’ αυτόν ανήκει που αφανίστηκε
πέρα στα ξένα. Aν είχε ακόμη το σκαρί, αν είχε και την αντοχή,
όπως ο Oδυσσέας το άφησε, μισεύοντας στην Tροία,
βλέποντας θα το θαύμαζες και για τη γρηγοράδα
και για την αλκή του· που κυνηγώντας, δεν του ξέφευγε
κανένα αγρίμι, βαθιά χωμένο στο δάσος το βαθύ –
ξεχώριζε πατώντας πάνω στα πατήματά του.
 Tώρα το πλάκωσε η μιζέρια, αφότου χάθηκε το αφεντικό του
μακριά από την πατρίδα του, κι αδιάφορες οι δούλες
αφρόντιστο το αφήνουν.
Ξέρεις, οι δούλοι, σαν τους λείψει το κουμάντο των αρχόντων,
δεν θέλουν πια να κάνουν τη στρωτή δουλειά τους.
Γιατί κι ο Δίας, που το μάτι του βλέπει παντού, κόβει του ανθρώπου
τη μισή αρετή, απ’ τη στιγμή που θα τον βρεί
η μέρα της σκλαβιάς.»
Mιλώντας πια προχώρησε στα ωραία δώματα,
και πέρασε στην αίθουσα με τους περήφανους μνηστήρες.
Αυτοστιγμεί τον Άργο σκέπασε η μαύρη μοίρα του θανάτου,
αφού τα μάτια του είδαν ξανά, είκοσι χρόνια
περασμένα, τον Οδυσσέα.

Οδύσσεια, ρ 290-327, σε μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη


ο Άργος: Tο όνομα του σκύλου από το αρχαίο επίθετο αργός (> εν-αργής > ενάργεια* | άργυρος), που έχει δύο σημασίες: γρήγορος και λαμπερός (καθώς η γρήγορη κίνηση παράγει αστραφτερή λάμψη)· αργοί κύνες: ταχύποδα σκυλιά (τα κυνηγόσκυλα). Tο νεότερο επίθετο αργός < άεργος: ο μη εργαζόμενος, οκνηρός, νωθρός· ενώ άνεργος: αυτός που δεν έχει δουλειά.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...