Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2012

120 - Τὰ τρία ἐρωτήματα





Μία φορ κα ναν καιρό, νας βασιλις σκέφτηκε τι ν ξερε πάντοτε τν κατάλληλη στιγμ γι ν᾿ ρχίζει κάτι, ν ξερε ποιο εναι ο κατάλληλοι νθρωποι γι ν᾿ κούει κα ποιο εναι κενοι πο θάπρεπε ν᾿ ποφεύγει κα πάνω π λα ν ξερε πάντοτε ποι εναι τ σημαντικότερο πράγμα ν κάνει, δ θ ποτύχαινε σ ,τι πιχειροσε.

Κα ταν το ρθε ατ σκέψη, φρόντισε ν διακηρυχθε σ λόκληρο τ βασίλειό του τι θ δινε σπουδαία μοιβ σ᾿ κενον πο θ το μάθαινε ποι εναι κατάλληλη στιγμ γι κάθε νέργεια, ποιο εναι ο πι ναγκαοι νθρωποι κα πς θ μποροσε ν ξέρει ποι εναι τ πι σπουδαο πράγμα ν κάνει.



Κα λθαν σοφο νθρωποι στ βασιλιά, λλ λοι δωσαν διαφορετικς παντήσεις στ ρωτήματα.

Σ᾿ πάντηση το πρώτου ρωτήματος, μερικο επαν τι γι ν ξέρει κανες τν κατάλληλη στιγμ γι κάθε νέργεια, πρέπει ν φτιάξει προκαταβολικ να πρόγραμμα μερν, μηνν κα τν κα ν τ κολουθήσει πιστά. Μόνον τσι, επαν ατοί, θ μποροσε ν γίνει τ κάθε τί στν κατάλληλη στιγμή. λλοι δήλωσαν τι θ ταν δύνατο ν᾿ ποφασίσει κανες κ τν προτέρω τν κατάλληλη στιγμ γι κάθε νέργεια, λλ ν δν φήσει τν αυτό του ν πορροφηθε σ μάταιες νασχολήσεις, θ μποροσε πάντοτε ν προσέχει τί συμβαίνει κα τότε ν κάνει ,τι θ ταν ναγκαο. λλοι πάλι επαν, τι σο κι ν πρόσεχε βασιλις ,τι συνέβαινε, θ ταν δύνατο σ ναν νθρωπο ν ποφασίζει σωστ ποι εναι κατάλληλη στιγμ γι κάθε νέργεια, γι᾿ ατ θπρεπε ν χει να συμβούλιο π σοφος νθρώπους, πο θ τν βοηθοσαν ν καθορίσει τν κατάλληλη στιγμ γι κάθε τί.

λλ πάλι, λλοι το επαν τι πάρχουν ρισμένα πράγματα πο δ θ μποροσαν ν περιμένουν ν ξεταστον π να συμβούλιο κα γι τ ποα πρέπει κανες ν ποφασίσει μέσως ν θ τ πιχειρίσει χι. Γι ν μπορε ν μως κανες ν τ ποφασίσει ατό, πρέπει ν κ τν προτέρων ν γνωρίζει τί πρόκειται ν συμβε. Μόνο μάγοι μπορον ν τ κάνουν ατ κα γι᾿ ατό, γι ν ξέρει κανες τν κατάλληλη στιγμ γι κάθε νέργεια, πρέπει ν συμβουλεύεται μάγους.

ξ σου ποικίλες ταν ο παντήσεις κα στ δεύτερο ρώτημα. Μερικο επαν τι ο νθρωποι πο χρειάζεται περισσότερο βασιλις εναι ο σύμβουλοί του, λλοι ο ερες, λλοι ο γιατροί, ν λλοι επαν τι πι ναγκαοι εναι ο πολεμιστές.

Στ τρίτο ρώτημα γι τ ποι εναι πι σπουδαία νασχόληση, μερικο πάντησαν τι πι σπουδαο πράγμα στ κόσμο εναι ο πιστμες. λλοι επαν τι εναι πολεμικ πιδεξιότητα, κα λλοι πάλι τι εναι θρησκευτικ λατρεία.

λες ο παντήσεις ταν διαφορετικς κα βασιλις δ συμφώνησε σ καμι π᾿ ατς κα σ καμι δν δωσε σημασία. λλ θέλοντας κόμη ν βρε τς σωστς παντήσεις, ποφάσισε ν συμβουλευτε ναν ρημίτη πολ γνωστ γι τν σοφία του.

ρημίτης ζοσε σ᾿ να δάσος π᾿ τ ποο δν πομακρυνόταν ποτ κα δ δεχόταν παρ τος πλος νθρώπους. τσι βασιλις ντύθηκε πλ ροχα κα πρν φτάσει στ κελ το ρημίτη, κατέβηκε π᾿ τ᾿ λογό του, φησε πίσω τ φρουρά του κα πγε μόνος του.

ταν πλησίασε βασιλιάς, ρημίτης σκαβε τ γ μπροστ στν καλύβα του. ταν εδε τ βασιλιά, τν χαιρέτησε κα συνέχισε ν σκάβει. ρημίτης ταν νθρωπος σθενικς κα δύνατος κα κάθε φορ πο σφήνωνε τν ξίνα του στν γ γι ν σηκώσει λίγο χμα, νάπνεε βαριά.


βασιλις τν πλησίασε κα το επε: «ρθα σ σένα σοφ ρημίτη γι ν σ ρωτήσω τρία πράγματα: Πς θ μάθω ν κάνω τ κατάλληλο πράγμα στν κατάλληλη στιγμή, ποιο εναι ο νθρωποι πο χρειάζομαι περισσότερο κα πομένως ποιος θ πρέπει ν προσέχω περισσότερο π τος λλους κα ποις ποθέσεις εναι πι σπουδαες κα χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

ρημίτης κουσε τ βασιλιά, λλ δν δωσε καμι πάντηση. Μόνο φτυσε στς παλάμες του κα ξανάρχισε τ σκάψιμο.

«Εσαι κουρασμένος», επε βασιλιάς, «σε μ ν πάρω τν ξίνα κα ν δουλέψω γ λίγο γι σένα».

«Εχαριστ», επε ρημίτης κα δίνοντας τν ξίνα στ βασιλι κάθησε κάτω στ χμα.

ταν σκαψε βασιλις δύο αλάκια, σταμάτησε κα πανέλαβε τ ρωτήματά του. ρημίτης κα πάλι δν πάντησε, λλ σηκώθηκε, πλωσε τ χέρι του ν πάρει τν ξίνα κα επε: «Ξεκουράσου τώρα λίγο κα σε μένα ν δουλέψω λιγάκι».

βασιλις μως δν το δωσε τν ξίνα κα συνέχισε ν σκάβει. Πέρασε μία ρα κα λλη μία. λιος ρχισε ν δύει πίσω π᾿ τ δέντρα κα βασιλις στ τέλος σφήνωσε τν ξίνα στ χμα κα ιπε: «ρθα σ σένα σοφ νθρωπε γι μία πάντηση στ ρωτήματά μου. ν δν μπορες ν μο δώσεις καμιά, πές το μου ν γυρίσω στ σπίτι μου».

«Νά, κάποιος ρχεται τρέχοντας», επε ρημίτης. «ς δομε ποις εναι».

βασιλις γύρισε κα εδε να γενειοφόρο νδρα ν ρχεται τρέχοντας π τ δάσος, σφίγγοντας μ τ χέρια του τ στομάχι του, π᾿ τ ποο τρεχε ποτάμι τ αμα. ταν πλησίασε τ βασιλιά, πεσε λιπόθυμος στ χμα βγάζοντας ναν λαφρ ναστεναγμό. βασιλις κα ρημίτης ξεκούμπωσαν τ ροχα του. πρξε να μεγάλο τραμα στ στομάχι του. βασιλις τ πλυνε σο καλλίτερα μποροσε κα τ δεσε μ τ μαντήλι του κα μ μία πετσέτα πο τοδωσε ρημίτης. λλ τ αμα δ σταματοσε ν τρέχει κα βασιλις ξαν κα ξαν λλαζε τν πίδεσμο, μουσκεμένο π καυτ αμα, τν πλενε κα ξανάδενε τ τράυμα. ταν σταμάτησε ν τρέχει τ αμα, πληγωμένος συνλθε κα ζήτησε κάτι ν πιε. βασιλις φερε φρέσκο νερ κα το τ δωσε. Στ μεταξ λιος δυσε κα ρχισε ν κρυώνουν. τσι βασιλις μ τ βοήθεια το ρημίτη μετέφερε τν πληγωμένο στν καλύβα κα τν ξάπλωσε στ κρεβάτι. ταν ξάπλωσεστο κρεβάτι πληγωμένος, κλεισε τ μάτια του κα σύχασε, λλ βασιλις ταν τόσο κουρασμένος π᾿ τ περπάτημα κα τ δουλει πο εχε κάνε, πο κάθησε στ κατώφλι κα τν πρε κα ατν πνος τόσο βαθιά, στε κοιμήθηκε συνέχεια λη τν καλοκαιριάτικη νύχτα. ταν ξύπνησε τ πρωί, πέρασε πολλ ρα πρν μπορέσει ν θυμηθε πο ταν, ποις ταν γνωστος γενειαφόρος νδρας πο ταν ξαπλωμένος στ κρεβάτι κα τν κοίταζε ντονα κα μ φλογισμένα μάτια.

«Συγχώρεσέ με», επε γενειαφόρος νδρας μ μία σθενικ φωνή, ταν εδε τι βασιλις εχε ξυπνήσει κα τν κοίταζε.

«Δ σ ξέρω κα δν χω τίποτε ν σο συγχωρήσω», επε βασιλιάς.

«σ δ μ ξέρεις, λλ γ σ ξέρω. Εμαι ατς χθρός σου πο ρκίστηκε ν πάρει κδίκηση π σένα, γιατ κτέλεσες τν δελφό του κα κατάσχεσες τν περιουσία του. ξερα πς εχες πάει μόνος σου ν δες τν ρημίτη κα ποφάσισα ν σ σκοτώσω στν πιστροφή. λλ πέρασε μέρα κα δν γύρισες. τσι βγκα π᾿ τν νέδρα μου κα πεσα στος φρουρούς σου κα ατο μ ναγνώρισαν κα μ τραυμάτισαν. Τος ξέφυγα, λλ θ εχα πεθάνει π᾿ τν αμορραγία, ν σ δν εχες φροντίσει τ τραμα μου. γ θελα ν σ σκοτώσω κι σ μο σωσες τν ζωή. Τώρα, ν ζήσω, κι ν τ θέλεις κι σύ, θ σ πηρετήσω σν πι πιστός σου σκλάβος κα θ ζητήσω π᾿ τος γιούς μου ν κάνουν τ διο. Συγχώρεσέ με».

βασιλις ταν πολ εχαριστημένος πο εχε συμφιλιωθε τόσο εκολα μ τν χθρό του κα πο εχε κάνει να φίλο κα χι μόνο τν συγχώρεσε, λλ επε τι θ στελνε τος πηρέτες του κα τ προσωπικό του γιατρ ν τν φροντίσουν κα ποσχέθηκε ν το ξαναδώσει τν περιουσία του.

φο φυγε π᾿ τν πληγωμένο βασιλιάς, πγε ξω στν ξώστη κα κοίταξε τριγύρω ν βρε τν ρημίτη. θελε πρν φύγει, ν τν παρακαλέσει κόμη μία φορ ν παντήσει στ ρωτήματα πο το εχε κάνει. ρημίτης ταν ξω γονατισμένος κα φύτευε σπόρους στ᾿ αλάκια πού χαν σκαφτε τν προηγούμενη μέρα.

βασιλις τν πλησίασε κα το επε: «Γι τελευταία φορ σ παρακαλ πάντησε στ ρωτήματά μου, σοφ νθρωπε». «Μ χουν δη παντηθε», επε ρημίτης, σκύβοντας κόμα στ᾿ δύνατα πόδια του κα κοιτάζοντας πρς τ βασιλι πο στεκόταν μπροστά του.

«Πς παντήθηκαν; Τί ννοες;», επε βασιλιάς.

«Δ βλέπεις;», πάντησε ρημίτης. «ν δν εχες λυπηθε χθς τν δυναμία μου κα δν εχες σκάψει γι μένα τ᾿ αλάκια, λλ εχες φύγει, ατς νθρωπος θ σο εχε πιτεθε κα θ εχες μετανοιώσει πο δν μεινες μαζί μου. τσι πι σπουδαία στιγμ ταν ταν σκαβες τ᾿ αλάκια, κι γ μουν πι σπουδαος νθρωπος κα τ ν μο κάνεις καλ ταν πι σπουδαία δουλειά. στερα, ταν ατς νθρωπος ρθε σ μς, πι σπουδαία στιγμ ταν ταν τν φρόντιζες, γιατ ν δν εχες δέσει τ τραμα του, θ πέθαινε χωρς ν συμφιλιωθε μαζί σου. τσι ατς ταν πι σπουδαος νθρωπος κα ατ πο κανες γι᾿ ατν ταν πι σπουδαία δουλειά. Ν θυμσαι λοιπόν: πάρχει μόνο μία στιγμ πο εναι πι σπουδαία, τ παρόν. Εναι πι σπουδαία στιγμή, γιατ εναι μόνη πάνω στν ποία χεις κάποια δύναμη. πι ναγκαος νθρωπος εναι ατς μαζ μ τν ποο βρίσκεσαι, γιατ κανένας νθρωπος δν ξέρει ν θ χει ποτ πάρε-δσε μ κάποιον λλο. Κα τ πι σπουδαο πράγμα εναι ν το κάνεις καλό, γιατ μόνο γι᾿ ατ τ σκοπ χεις λθει σ᾿ ατν τν κόσμο!».


Ο Λέων Τολστόι με τα εγγόνια του

Λέων Τολστόι (Лев Николаевич Толстой), Ρσος συγγραφέας, γραψε τν μικρ διήγηση «Τ τρία ρωτήματα» τ 1885.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...