Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

47 - Μόσκοβιτς 407

Ο πατέρας μου είχε ένα αυτοκίνητο Μόσκοβιτς 407. Αυτό ήταν ένα ρώσικο αυτοκίνητο (περισσότερα εδώ), το οποίο όμως κατασκευαζόταν και στη Βουλγαρία. Νομίζω ότι εισαγόταν στην Ελλάδα από τη Βουλγαρία. Μόσκοβιτς θα πει μοσχοβίτης.


 

Ο μπαμπάς μου είχε αυτό το αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της χούντας, όπως και πολλοί άλλοι, αλλά δεν φαίνεται να υπήρχε κάποιο πρόβλημα μ' αυτό. Να έχεις και να οδηγάς δηλαδή σοβιετικό αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια της χούντας!
Τα αμερικάνικα αυτοκίνητα ήταν πανάκριβα, ενώ τα Μόσκοβιτς μπορούσες να τα αγοράσεις χωρίς προκαταβολή, με γραμμάτια, με συναλλαγματικές.
Την εποχή που λέμε το να είσαι οδηγός ήταν σπουδαίο πράγμα, όχι όπως σήμερα, που οδηγάει και η κουτσή Μαρία. Ο νουνός μου οδηγούσε λεωφορείο και αποκαλούσε τον εαυτό του μηχανοδηγό σαν να οδηγούσε τρένο. Εκείνη την εποχή μπορεί να μην δούλευες, να ήσουν άνεργος, αλλά άμα οδηγούσες, οι άνθρωποι έλεγαν με θαυμασμό τς, τς, ο κυρ Γιώργος είναι οδηγός!


Την εποχή εκείνη παίρναμε το αυτοκίνητο και πηγαίναμε στο χωριό. Ο πατέρας μου οδηγούσε πάντα συνετά και συντηρητικά. Δεν πήγαινε ποτέ πάνω από τα εξήντα στην καλύτερη περίπτωση, με αποτέλεσμα η μάνα μου να σκάει και να τον κοροϊδεύει. Μιλάμε για εποχή που οι δρόμοι ήταν άδειοι.
Το αυτοκίνητο πλενόταν κάθε μέρα, αλλά η μυρωδιά από τα πλαστικά του αμαξιού ήταν τόσο έντονη, που σε κάθε ταξίδι ζαλιζόμουν και πάντα σταματούσαμε για να κάνω εμετό. Οι ταχύτητες ήταν στο χέρι και στο εσωτερικό του αμαξιού υπήρχαν και κομμάτια στο μπροστινό μέρος από ξύλο.


Στο χωριό οι άνθρωποι μαζευόντουσαν και περιεργάζονταν το αυτοκίνητο τότε που κανείς δεν είχε αυτοκίνητο. Μετά βέβαια θα φύγουν τα παιδιά τους μετανάστες και θά' ρχονται με μερσεντές και βόλβο, πάντα τα καινούρια μοντέλα, και θα χορτάσουν από αυτοκίνητα με λούσα.
Ο πατέρας μου είχε βγάλει δίπλωμα από τους πρώτους, ο αριθμός του διπλώματός του ήταν διψήφιος, ο δικός μου επταψήφιος, φανταστείτε!
Το αμάξι πάθαινε και αβαρίες, αλλά οι άνθρωποι έφτιαχναν τα αυτοκίνητα μόνοι τους. Αποσυναρμολογούσαν τα μέρη που είχαν πρόβλημα και τα μαστόρευαν. Ο πατέρας μου αγόραζε όταν εύρισκε στην αγορά παλαιά Μόσκοβιτς, τρακαρισμένα, και τα αποψίλωνε από τα εξαρτήματά τους ώστε να έχει ανταλλακτικά. Όταν πέθανε βρήκα στην αποθήκη μέσα σε κουτιά και πέταξα τρία Μόσκοβιτς διαλυμένα σε ανταλλακτικά.


Τα λάστιχα του αυτοκινήτου ήταν ακριβά, με αποτέλεσμα λόγω της μεγάλης τους φθοράς, να παθαίνουμε συχνά λάστιχο. Έτσι ο πατέρας μου κατέβαινε από το αυτοκίνητο, έβαζε τον γρύλο, σήκωνε το αυτοκίνητο στον αέρα και επιδιόρθωνε το λάστιχο. Δηλαδή κολλούσε τη εσωτερική σαμπρέλα, όπως κάναμε στα ποδήλατα. Η μάνα μου μάζευε ζοχούς και άλλα χόρτα και εμείς, εγώ και ο αδελφός μου, παίζαμε. Διαδρομή 50 χιλιομέτρων, πόλη χωριό, την κάναμε σε τρεις, τέσσερεις ώρες, με τα φουίτ, τα χόρτα και τη μηχανή που ζεσταινόταν και έπρεπε να τη γεμίσουμε νερό και να περιμένουμε να κρυώσει.
Αλλά δεν μ' ένοιαζε! Τι να με νοιάζει; Ήμουν παιδί, ήμουν αμέριμνος.


Αμέριμνοι στο χωριό με το δικό μας Μόσκοβιτς

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...