Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

9 - Η Κακιά η Ώρα


Τον βρήκε η κακιά ώρα! Χτύπα ξύλο να μη σε βρει η κακιά ώρα! Κακιά στιγμή! Αλλά και δεν υπάρχει η κακιά η ώρα.

Κακιά ώρα. Η ώρα που συμβαίνει κάτι κακό, δηλαδή όλο το 24ωρο κάπου συμβαίνει κάτι κακό, όπως με την ίδια λογική μπορείς να πεις η καλή ώρα γιατί όλο και κάπου θα συμβαίνει κάτι καλό. Αν το περιορίσεις όμως και το πάρεις προσωπικά κακιά ώρα είναι αυτή που για σένα συμβαίνει κάτι κακό.


Προσέξατε ότι η κακιά ώρα αναφέρεται περισσότερο; Την ώρα την καλή την έχουμε συνδέσει με τη στιγμή που παντρεύεται ένα ζευγάρι. Αλλά και κακιά, ψυχρή κι ανάποδη η ώρα του χωρισμού.


Ήτανε κακιά η ώρα. Κακιά ώρα να σ΄ εύρει! Bad timing - Κακιά ώρα. Άστο φίλε ...είναι να μην έρθει ποτέ η κακιά ώρα. Μια κακιά ώρα ήταν. Αυτή η κακιά ώρα έφτασε λοιπόν! H γνωστή σε όλους κακιά ώρα μάς έφερε στη δυσάρεστη θέση. Η δύσκολη, κακιά ώρα. Αλλά η ώρα φτάνει, η δική μου κακιά ώρα. Η στιγμή, το δευτερόλεπτο της κακιάς ώρας, απλά ήρθε. Θα μας φταίει η κακιά ώρα; Δεν τον είχα προδώσει τον εαυτό μου ποτέ, αλλά ήρθε εκείνη η κακιά ώρα. 
*
 
Η Κακιά η Ώρα δεν είναι μόνο η περιγραφή μιας στιγμής, είναι η ίδια μια δαιμόνισσα, μια θεά, μια γεννήτρα πόνου.

Ο Πέτρος είναι βοσκός και δουλεύει για το μεγαλοτσιφλικά. Δεν μπορεί να μιλήσει πολύ καλά, γιατί κάποια φορά, όταν είχε πάει τα πρόβατα στα κορφοβούνια, πάνω κει που τα δασά είναι τόσο πυκνά ώστε δεν βλέπεις ήλιο, παγιδεύτηκε στον αντίλαλο δυο βουνών κι έχασε τη φωνή του. Στην αρχή, οι δικοί του πίστευαν ότι έχει μηνιγγίτιδα, αποδείχτηκε όμως πως ήταν η Κακιά Ώρα.

Η Κακιά Ώρα είναι μια γυναίκα – σαν σκιά.

Η Κακιά Ώρα είναι μια σκιά. Κάποιες φορές μοιάζει με γαϊδούρι, άλλες με μωρό. Οι άνθρωποι εδώ έχουν φυλαχτά, που’χουν μέσα μπαρούτι, λιβάνι, ψωμί και τ’αρωματικό φυτό σκίνο, για να τους προστατεύουν.

Η Κακιά Ώρα συμβαίνει στη σκιά της συκιάς. Η σκιά του δέντρου είναι βαριά˙ δεν πρέπει να κάθεται κανείς από κάτω.

Έχω δει την Κακιά  Ώρα. Τη στιγμή εκείνη δεν το κατάλαβα˙ όταν αρρώστησα το πήρα χαμπάρι. Ένα μεσημέρι, αποκαμωμένος απ' τη δουλειά στα χωράφια, έκατσα να πάρω έναν υπνάκο. Ξάπλωσα, που λέτε, σ' ένα μονοπάτι κι ακούμπησα την κεφαλή σε μια βαριά πέτρα. Οι κατσίκες ήταν όλες γύρω μου, γι' αυτό πετάχτηκα  όταν άρχισαν να σαλεύουν. Αυτό που αντίκρισα σαν άνοιξα τα μάτια ήταν ένα μαύρο σκυλί. Του πέταξα κάτι για να φοβηθεί και να φύγει. Την επομένη είχα πονόματο κι αισθανόμουν σαν να μου' χε μπει άμμος στα μάτια. Κατάλαβα τότε πως αυτό που' χα συναντήσει εκεί έξω ήταν η Κακιά  Ώρα, γιατί είχα ξαπλώσει σ' ένα μονοπάτι. Πάλι καλά που τη γρίκησαν οι κατσίκες και με ξύπνησαν, αλλιώς θα μ' είχε βρει μεγάλο κακό. Μπορεί το "σκυλί" νά' χε ανέβει πάνω μου ή να με δρασκέλιζε, και τότε οϊμένα! Ευτυχώς, με το που μπήκα σπίτι έπλυνα το κεφάλι μου κι αμέσως βγήκε το "κακό"˙ δεν πρόλαβε να ριζώσει. Φώναξα αμέσως τον παπά να με διαβάσει. Κι ύστερα, φώναξα τη Μαρία (Η Μαρία είναι μια πρακτικιά συγχωριανή). Με ξεμέτρησε και σε τρεις μέρες ήμουν περδίκι.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...