Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

4 - Το ωραιότερο ελληνικό αναγνωστικό


 Ένα από τα ωραιότερα ελληνικά αναγνωστικά, αν όχι το ωραιότερο,  θεωρείται και το θρυλικό πια "Τα Ψηλά Βουνά" (εδώ, εδώ κι εδώ) που έγραψε το 1918 ο λογοτέχνης Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) σε συνεργασία με φημισμένα μέλη του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, τους Δ. Ανδρεάδη, Αλ. Δελμούζο, Π. Νιρβάνα και Μ. Τριανταφυλλίδη και εικονογράφηση του Π. Ρούμπου, έργο που προορίστηκε για αναγνωστικό της τρίτης τάξης του δημοτικού σχολείου (είχε προηγηθεί ανάθεση του έργου από το Υπουργείο Παιδείας της επαναστατικής κυβέρνησης Βενιζέλου).


   
  

Μια  παρέα 26 εννιάχρονων αγοριών αποφασίζουν να ακολουθήσουν την παρότρυνση του δασκάλου τους και ανεβαίνουν για να ζήσουν έναν-δύο μήνες στα βουνά της Ρούμελης. "Θα μάθετε τόσα πράματα", τους είχε πει εκείνος, "που ούτε το βιβλίο ούτε γω μπορώ να σας πω". Φτάνει να έχουν θάρρος, πειθαρχία, κατοικία, τροφή και την άδεια των γονιών τους.

 
Τα παιδιά θέλουν να δοκιμάσουν και ανεβαίνουν στα ψηλά βουνά με μουλάρια φορτωμένα προμήθειες. Δεν πηγαίνουν σε οργανωμένη κατασκήνωση και δεν υπάρχουν στην ουσία μεγάλοι να τα επιβλέπουν. Ξεχνούν γρήγορα τις ανέσεις της αστικής τους ζωής και προσαρμόζονται στη ζωή στην ύπαιθρο. Οργανώνονται σε μια μικρή κοινότητα, πιάνουν επαφές με τους γείτονες χωρικούς και τους τσομπάνους στα βουνά, μαθαίνουν πώς αλέθει ο μύλος το σιτάρι, πώς φτιάχνονται τα κάρβουνα, τι ορυκτά κρύβει στα σπλάχνα του το βουνό και από πού έρχεται το νερό. Στη μικρή κοινωνία τους μαγειρεύουν, χτίζουν, μπαλώνουν. Αναλαμβάνουν ρόλους, ζουν περιπέτεις, γίνονται υπεύθυνοι και αντιλαμβάνονται ο καθένας τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του.

Η ιστορία του έχει δράση με έντονο ενδιαφέρον, στην αφήγησή του συμμετέχουν καλοί και κακοί αλλά και ζώα που μιλούν. Διηγούμενος ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου τις περιπέτειες των ηρώων του εκφράζει τον σεβασμό στη διαφορετικότητα, υμνεί το ελεύθερο πνεύμα, κηρύσσει την προστασία της φύσης και παρουσιάζει τα οφέλη της εργατικότητας, της ομαδικής προσπάθειας και της προσφοράς.

Ως δείγμα γραφής παραθέτω δύο ποιήματα από το αναγνωστικό. Το τσιριτρό, ένα ποίημα που μαθαίνουν και σήμερα ευχάριστα τα παιδιά και αγαπούν να το αναπαριστούν θεατρικά (έχει μελοποιηθεί κιόλας) και η κατάρα του πεύκου, στο οποίο η φύση αποφεύγει και αποστρέφεται κάποιον Γιάννη που έκοψε ένα πεύκο. Το νερό στερεύει, τα δέντρα παίρνουν τα κλαδιά τους και περπατούν μακριά του, ώστε να μην αναπαυθεί στη σκιά τους, και ο λόγγος απομακρύνεται από κοντά του, ώσπου αυτός να χάσει το δρόμο της επιστροφής και να πεθάνει στην ερημιά.



 
Το Τσιριτρό

Σε μια ρώγα από σταφύλι
έπεσαν οχτώ σπουργίτες
και τρωγόπιναν οι φίλοι.
Τσίρι τίρι, τσιριτρό,
    τσιριτρί
    τσιριτρό!

Εχτυπούσανε τις μύτες
και κουνούσαν τις ουρές,
κι είχαν γέλια και χαρές.
Τσίρι τίρι, τσιριτρό,
    τσιριτρί
    τσιριτρό!

Πώπω, πώπω, σε μια ρώγα
φαγοπότι και φωνή!
την αφήκαν αδειανή.
Τσίρι τίρι, τσιριτρό,
    τσιριτρί
    τσιριτρό!

Και μεθύσαν κι όλη μέρα
πάνε δώθε, πάνε πέρα,
τραγουδώντας στον αέρα.
Τσίρι τίρι, τσιριτρό,
    τσιριτρί
    τσιριτρό!



Η κατάρα του πεύκου

«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο
να ένα δεντρί...
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι' αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι
να δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν' ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός...

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα νάναι
και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.

Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά.-

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...