Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

27 - Το τριαντάρικο της αθανασίας





Η γιαγιά Δεσποινιώ ήταν συννυφάδα της γιαγιάς μου, αφού είχαν παντρευτεί αδέλφια, αλλά ήταν πολύ μεγαλύτερή της. Μένανε σε διπλανά σπίτια, αλλά δεν είχαν στενές σχέσεις, τουλάχιστον έτσι φαινόταν.
   
Κάθε φορά που ως παιδί ήμουν στο χωριό, κι αυτό γινόταν κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι, την περίοδο των σχολικών διακοπών, τότε την δεκαετία του 70, η γιαγιά μου μ’ αγγάρευε να της πηγαίνω φαγητό και έτσι την γνώρισα καλύτερα.
   
   
Εμείς τρώγαμε όλοι μαζί, οκτώ πρώτα ξαδέλφια και η γιαγιά, από ένα μαύρο πήλινο τσουκάλι, χωρίς κουτάλια, βουτώντας ο καθένας μία κόρα μαύρου σκληρού ψωμιού στο τσουκάλι και προσπαθώντας να πάρει όσο γινόταν μεγαλύτερη ποσότητα φαγητού στην μπουκιά του. Οι αργοί φυσικά αδικούνταν κι έμεναν νηστικοί και πεινασμένοι. Όταν αποσώναμε το φαγητό, η γιαγιά θα μου έδινε το φαγητό που είχε ετοιμάσει από πριν για τη γιαγιά Δεσποινιώ και θα με πρόσταζε να της το πάω.
    
Το φαγητό μας, το χειμώνα, ήταν συνήθως λαπάς ή χοιρινό με λάχανα ή πράσα ή ξινολάχανα και πάλι από την αρχή. Το γουρούνι που έσφαζε ο παππούς τα Χριστούγεννα τρωγόταν ως αργά το καλοκαίρι σε διάφορες όμοιες παραλλαγές των ίδιων απαράλλαχτων φαγητών, με ή χωρίς λαπά. Η μάνα μου τόσο πολύ βαρέθηκε το χοιρινό, που έλεγε κάθε φορά που βρισκόταν στο χωριό και της πρόσφεραν απ' αυτό το φαγητό που έτρωγε ως παιδούλα, «μα πάλι γουρούνι; γουρούνι, γουρούνι, γουρούνιασε η ψυχή μου!».
   
Το φαγητό όμως για τη γιαγιά Δεσποινιώ ήταν διαφορετικό. Δεν ήταν ποτέ χοιρινό ή άλλο είδος κρέατος. ¨Ηταν πάντα λαχανικά και άγρια χόρτα που μάζευε η γιαγιά από την εξοχή, όπως άγριαγκινάρες κι αγριομάρουλα, λάπατα και ραπανίδες, πικρολάχανα και λούπινα, βρούβες και βολβοί, αγριοσπάραγγα και λαγουδόχορτα, σιταρίδες και βλίτα, σταυρόχορτα κι αγριόπρασα, σχοινόπρασα και γλιστρίδες, αμπελοράδικα και πικροράδικα, γαλατσίδες και πικρούσες, ζοχοί κι αντίδια. Και όλα αυτά μαγειρεύονταν, σύμφωνα με αρχαίες συνταγές φερμένες από τις χαμένες θρακικές πατρίδες, με αγουρέλαιο σε κλειστή πήλινη γάστρα, πάνω σε χαμηλή φωτιά, μαζί με ζαφορά, μολόχες, παπαρουνόσπορους, πεντάνευρα, καυκαλήθρες, μάραθα, τσουκνίδες, αγιόκλημα, θυμάρι, δάφνη, αγριόμελο και καμιά φορά, με μια μαύρη ανθρωπόμορφη ρίζα που την λέγανε μαντραγόρα, όταν βέβαια την έβρισκε και της επέτρεπε η ρίζα να την ξεθάψει της γιαγιάς μου. Και πάντοτε όλα αυτά τα συνόδευε με κούμαρα, βατόμουρα, μούρα από την αυλή της, τζίτζιφα ή απίδια για φρούτα.
    
Έβαζε το φαγητό σε ένα όμορφο πορσελάνινο πιάτο, δώρο από τα παιδιά της, μετανάστες στη Σουηδία, που ταξίδευαν κάθε χρόνο στην Ελλάδα με κάτι μεγάλα σκονισμένα Βόλβο και μια φορά σταμάτησαν κάπου στην Αυστρία και της αγόρασαν ένα σετ πορσελάνινα πιάτα με χρυσή μπορντούρα και επιζωγραφισμένους πάτους με σκηνές κυνηγιού. Το σκέπαζε με ένα κεντητό άσπρο λινό πετσετάκι και μου το έδινε για να της το πάω κάθε μεσημέρι ή νωρίς το απόγευμα.
    
Την στιγμή που έπιανα το φαγητό με προσοχή, η μυρωδιά των αγριολαχανικών, των χόρτων και των μυρωδικών άνοιγε τα ρουθούνια μου διάπλατα, εισχωρούσε βαθιά μέσα στα πνευμόνια μου και μου προκαλούσε ελαφρά εφίδρωση, σύντομη ταχυπαλμία κι έξαψη. Ντρέπομαι να το ομολογήσω, αλλά δοκίμαζα στα κρυφά λίγο από το φαγητό αυτό και κατακλυζόμουν αμέσως από ένα πρωτόγνωρο δυνατό αίσθημα ευεξίας και αναζωογόνησης. Επιθυμούσα ολοένα και περισσότερο αυτό το φαγητό και κάθε φορά που άνοιγα το λινό πετσετάκι για να μυρίσω το άρωμά του, μου ρίπιζε τις αισθήσεις με άδηλους και κάπως σκοτεινούς πόθους.
    
Όταν πήγαινα το φαγητό, η γιαγιά Δεσποινιώ δεν μ' άφηνε να φύγω. Με κρατούσε μέχρι να τελειώσει, τάχα μου για να μου επιστρέψει το πιάτο. Ίσως είχε ανάγκη παρέας, έτσι πίστευα τότε.  Ήταν μεγάλης ηλικίας, όπως ήξερα, και σε βαθιά γεράματα, αλλά ήταν λεπτή κι ευκίνητη, με μαύρα μαλλιά και μάτια. Έτρωγε αμέσως και πολύ ήσυχα και με ρωτούσε αν δοκίμασα το φαγητό, τη φορά που πράγματι το δοκίμαζα. Κάθε φορά το αρνιόμουν. Τότε σταματούσε το φαγητό και με κοιτούσε με μεγάλα λαμπερά μάτια που σπινθήριζαν κοροϊδευτικά.
 
Πολλές φορές σταματούσε το φαγητό στη μέση και μου απάγγελνε ποιήματα από τη χαμένη πατρίδα ή αναθυμόνταν κάποιες ιστορίες που με πολύ κόπο μπορώ σήμερα να θυμηθώ:

- Θράκη μ’ γλυκειά πατρίδα, γιατί φορείς τα μαύρα ;
 
- Γιατί μ’άφσατε στη Τουρκιά και στη σκλαβιά, στη λαύρα, και πως ακούγω το Γκιαούρ τη βρωμερή τη λέξη. Γη Βύζα και το Σκεπαστό, ο Σκοπός και οι Σοφίδες, τόνα διαβάτη ερωτούν « Τα τέκνα μας μη γείδες; » και γοι Σαράντα Εκκλησιές τα τ'εκνα τους φωνάζ. « Διαβάτη, κι αν επάς, τα τέκνα μ’αν δγίεις, δώσ’ τα λίγο ψωμί και όπλα εις τους νώμους, αυτά ξέρνα καλά της Θράκης δω τους δρόμους.».

Άλλες φορές κατά τη διάρκεια του φαγητού της με ρωτούσε που παίζαμε. Με χαρά της διηγόμουν τα παιχνίδια που παίζαμε, αλλά με σταματούσε ανυπόμονα και με ρωτούσε να της πω όχι τι παίζαμε, αλλά πού παίζαμε, σε ποιο μέρος. Πηγαίναμε μήπως ως τις τρεις γκιόλες ή μέχρι τα βλάχικα ή μέχρι το ξινό νερό; Κι αν ναι, από ποιο δρόμο ή μονοπάτι πηγαίναμε;
 
Τότε έπρεπε να της περιγράψω ακριβώς που πηγαίναμε κι από ποιο μονοπάτι. Παίζαμε στα μπαΐρια και στο δασάκι πάνω από το χωριό, στη χαράδρα, στη πέτρα του μεγ’ Αλέξανδρου, στη βρύση, στο εκκλησάκι, αλλά όχι, δεν πηγαίναμε στις τρεις γκιόλες ή στα βλάχικα ή στο ξινό νερό. Σηκωνόταν τότε απότομα και με ρωτούσε ανυπόμονα. Γιατί δεν πάτε να παίξετε στις τρεις γκιόλες; Να πάτε στις τρεις γκιόλες, μ’ ακούς; Είναι πολύ ωραία εκεί! Και μ’ απόδιωχνε κάπως θλιμμένη και σα θυμωμένη.
 
Κάθε φορά, από κει και πέρα, την ώρα του φαγητού της, με προέτρεπε ολοένα και πιο επίμονα να παίζω όλο και μακρύτερα από το χωριό. Μου έβαζε να δοκιμάζω το φαγητό που έφτιαχνε η ίδια για τον εαυτό της σ’ ένα μικρό πιατάκι, ενώ ταυτόχρονα με καθοδηγούσε στην τοπογραφία του μέρους. Πως να πάω εκεί και τι ωραίο που ήταν το μέρος. Μου περιέγραφε τα ζώα και τα πουλιά που υπήρχαν εκεί και πως να τα πιάσω, με τι παγίδες. Πως ν’ απλώνω πίσσα σε κλαδιά για να πιάνω σπίνους κι άλλα πουλιά, να κολυμπώ στις γκιόλες το μεσημέρι, όχι όμως εκεί που πίνουν τα ζώα νερό, να κόβω καλάμια και να τα κάνω ακόντια και τόξα, να σκαρφαλώνω στις βελανιδιές ψηλά και να κοιμάμαι στα χοντρά κλωνιά τους το ζεστό μεσημέρι χωρίς να πέφτω, να πιάνω σκαντζόχοιρους, χελώνες και βατράχια. Να κόβω βατόμουρα κι απίδια και να τα τρώω. Να καταλαβαίνω πότε έρχεται βροχή και πότε καταιγίδα. Πως να τρέχω γρήγορα στα καλαμποχώραφα και πως να κρύβομαι στα σιταροχώραφα. Πως να χουγιάζω σαν κουκουβάγια ή γκιώνης ή να μιμούμαι τη φωνή του τσακαλιού που μοιάζει με κλάμα μωρού. Πως να καταλαβαίνω που υπάρχει νερό και πως να περπατώ μέσα στις νεροσυρμές. Που και πως να κρύβομαι όταν πιάνει μπόρα και πέφτουν κεραυνοί. Πως να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά στα ριζά των δέντρων και να βρίσκω σαλιγκάρια και μανιτάρια. Πως να κόβω καπνόφυλλα και να τα βάζω στις πληγές, αν τύχει και τραυματιστώ.
  
Και πάνε εδώ και πάνε εκεί, πρότεινε συνέχεια. Πάνε μέχρι τα βλάχικα, πάνε στο ξινό νερό, στις τρεις γκιόλες, εκεί που μαζεύονται τα ζώα του χωριού μακριά στον κάμπο, στο γυναικόκαστρο και στα χαλάσματά του, εκεί που τελειώνουν οι γραμμές του τρένου στην άλλη μεριά, στο ντραγκομίρ, πίσω απ’ τ’ αμπέλια, στους μύλους της μεγάλης βρύσης, στο λατομείο, στο χαϊνταρλί μέσα. Και κοίτα καλά γύρω σου να μαθαίνεις τον τόπο!
 
Και εγώ να πηγαίνω όλο και μακρύτερα και μόνος, αφού κανείς πια δεν ήθελε να μ’ ακολουθήσει. Και να γίνομαι όλο και πιο δυνατός, γρήγορος κι άφοβος. Καταμαυρισμένος από τον ήλιο, με πλεγμένα σγουρά ξανθά μαλλιά και καλαμένια ακόντια που τα’ χα σκληρύνει στη φωτιά, ξυπόλητος με ένα κοντό παντελονάκι, πραγματικός κυνηγός και γρήγορος σαν σαΐτα.
 
Η γιαγιά Δεσποινιώ όλο και πιο ενθουσιασμένη με περίμενε όταν γυρνούσα το απόγευμα για να της διηγηθώ με λεπτομέρειες που πήγα, τι είδα και τι έκανα. Της πήγαινα σαλιγκάρια που μού’ χε μάθει να τα ξεχωρίζω. Τα δίμυτα με το ελαφρώς κωνικό καφετί κέλυφος, που τα έβρισκα μετά από βροχή ή νωρίς το πρωί σε δάση και καλλιεργημένα χωράφια. Τα απόλυτα με το πλακουτσωτό, ανοιχτόχρωμο, σχεδόν άσπρο, κέλυφός τους, που έχει μια πιο σκούρα καστανή γραμμή σε σχήμα σπείρας, που τα έβρισκα σε αμπελώνες ή κάτω από ελιές, και τους χοχλιούς, τα μεγαλύτερα και νοστιμότερα όλων.
 
Εκείνη τα κρατούσε νηστικά για τρεις μέρες σ’ έναν τενεκέ και μετά μου τα μαγείρευε με κόκκινη σάλτσα, ρύζι, άγριες ρίζες και κάποια άγνωστα σε μένα βότανα.
 
Το φαγητό που της έστελνε η γιαγιά μου το μοιραζόμασταν πια στα ίσα. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών, αλλά ψήλωνα και δυνάμωνα όλο και περισσότερο.
 
Η γιαγιά Δεσποινιώ μου μαγείρεψε μια μέρα κάτι κόκκινα μανιτάρια που τά' βγαλε από ένα μάλλινο σακουλάκι που το φορούσε κατάσαρκα και αφού τά' φαγα με προέτρεψε να παλέψω με τον εγγονό της, δεκαεπτά χρονών, ενός ιδιαίτερα δυνατού κι άξεστου έφηβου. Αρνήθηκα, αλλά η γιαγιά Δεσποινιώ τού’ βαλε λόγια και ήρθε να μου ζητήσει το λόγο θυμωμένος. Δεν κρατήθηκε και με χτύπησε. Έπεσα κάτω στο χώμα. Καθώς βρισκόμουν παραιτημένος στο χώμα, ένοιωσα ξαφνικά το παιδικό μου σώμα να πλημμυρίζει γρήγορα από μια απίστευτη δύναμη. Αναπήδησα μεμιάς πάνω και τον έκανα πραγματικά τ’ αλατιού! Η γιαγιά Δεσποινιώ ήρθε γρήγορα γελώντας και μας συμφιλίωσε. Ύστερα, όσο τρώγαμε ένα κερασμένο γλυκό στο σπιτικό της συμφιλιωμένοι πια, γελούσαν τα μάτια της καταευχαριστημένη και ψιθυριστά μου αποκάλυψε ότι η δύναμή μου προήλθε από τα κόκκινα μανιτάρια πού’ χα φάει εκείνη την ημέρα!
 
Εκείνα τα κόκκινα μανιτάρια ήταν από το είδος που το’ λέγαν βυζαντινό ή αυγό του Καίσαρα. Η γιαγιά Δεσποινιώ έλεγε ότι τα μανιτάρια αυτά τα έτρωγαν οι βυζαντινές πριγκίπισσες που λάτρευαν τη δύναμη στους άντρες, άντρες δυνατούς που δεν δίσταζαν να κάνουν ακόμα και φονικό μέσα στην Αγιά Σοφιά για την εξουσία και το θρόνο "τούτης της βασιλίδος πόλεως". Τρώγοντας ωμά αυτά τα μανιτάρια και τρέμοντας από πόθο για τη βάναυση δύναμη αυτών των αντρών, πέρασαν την ενέργειά τους στα ίδια τα μανιτάρια, επί γενεές γενεών, από μάνα σε κόρη, από γιαγιά σε εγγονή, και η γιαγιά Δεσποινιώ ήταν πολύ χαρούμενη που τα μανιτάρια της, οι βυζαντινές πριγκίπισσες, αναγνώριζαν σ’εμένα το παιδί, έναν δικό τους άνθρωπο, και με φιλοδωρούσαν με τόση δύναμη. Μου είπε ότι οι πριγκίπισσες δεν είχαν φανερωθεί ποτέ μέχρι τότε σε κανένα δικό της παιδί, είτε εγγόνι, είτε δισέγγονο, παρά μόνο σε μένα. Και τους είχε δοκιμάσει όλους.
 

Η γιαγιά Δεσποινιώ από κείνη την ημέρα μου ζήτησε να σταματήσω να χάνω τον καιρό μου παίζοντας. Αφού είχα γευτεί τη δύναμη που μού' χαν προσφέρει τα μανιτάρια, θά’ πρεπε από δω και πέρα να ψάχνω για μανιτάρια και αυτή θα μου μάθαινε το κάθε τι που ήξερε γι’ αυτά και τις μυστικές τους ιδιότητες. Θα μπορούσα ίσως και να γίνω ο διάδοχός της μού' πε μια μέρα κοιτώντας με πυρετικά στα μάτια από κοντά. Ξαφνιάστηκα τρομαγμένος με τον τρόπο που το είπε, αλλά ένευσα καταφατικά μ’ ένα μικρό κόμπο στο λαιμό.
 
Έτσι άρχισα να ψάχνω για μανιτάρια στις νεροσυρμές, στα πεσμένα δέντρα, στ' απάτητα δάση, στους αρχαίους τάφους, στα έρημα λατομεία και στις σιδηροτροχιές των τρένων πού’ χαν πια εγκαταλειφθεί και δεν πήγαιναν πουθενά.
 
Έμαθα τα Καλογεράκια, τα Βασιλικά, τα Κοράλλια, και τις πανέμορφες και πεντανόστιμες Κοκκινούσκες που ανευρίσκονται στα δρυοδάση. Ακόμα το είδος Στροβίλουρος ο δυσαπόσπαστος που αναπτύσσεται πάνω σε παραχωμένα κουκουνάρια πεύκου, τις θανατηφόρες Γυρομίτρες, την Καλοσκύφη τη λαμπερή, τη Σπάραξη τη σγουρή, το παραμυθένιο Ζουρλομάνταρο και το Βρομομανίταρο. Ακόμα στις όχθες ρυακιών και νεροσυρμών γνώρισα την Αγροκύβη την κυλινδρική, τη Φλαμμουλίνη τη βελουδόποδη που αναπτύσσεται κυρίως το χειμώνα πάνω σε κορμούς ιτιάς, το Αφτί του Ιούδα που προτιμά ξύλο κουφοξυλιάς αλλά και πλατάνου και δρυός, το Κοτόπουλο του δάσους ή Καλομάνταρο, το ελαφρώς τοξικό Αγαρικό, τους Λεπιώτες, τ’ Αστράκια, τους Πολύπορους, τους Λεντίνους, τους Σαρκοσκύφες, τις Πεζίζες, τους Ψιθυρίσκους, τους Φαλλίνους, τον τοξικό Πάξιλλο τον υπέρυθρο και τον βιολετή Κορτινάριο.
 
Η γιαγιά Δεσποινιώ μ’ εκπαίδευε όπως γυμνάζουν οι τρουφοσυλλέκτες τα γουρουνάκια που οσφρίζονται τη θαμμένη στο χώμα τρούφα. Δεν είχα μυαλό πια ούτε για παιχνίδι ούτε για τίποτα άλλο. Ήμουνα όλη μέρα στα δάση και στις νεροσυρμές ψάχνοντας για μανιτάρια. Το απόγευμα γυρνούσα ξεθεωμένος πίσω στο χωριό, ευτυχώς η γιαγιά μου δεν καταλάβαινε τίποτα με τόσες έγνοιες και φροντίδες που είχε, εγγόνια, ζώα, χωράφια, τον παππού. Τα ξαδέλφια μου άρχιζαν ν' απομακρύνονται σιγά σιγά από μένα, καθώς δεν έπαιζα πια μαζί τους και τα μάτια μου αποκτούσαν μια βιολετί απόχρωση το βράδυ που τους τρόμαζε. Εγώ έτρωγα συνέχεια όλα αυτά τα μανιτάρια που έβρισκα, πάντα μαγειρεμένα με άγριες ρίζες και τ' άγνωστα βότανα της γιαγιάς Δεσποινιώς. Μπορούσα πλέον να βλέπω καθαρά μέσα στη νύχτα σα νά' ταν μέρα, να τρέχω γρήγορα με ψηλά τα γόνατα σε απόλυτο σκοτάδι και σε ανώμαλο έδαφος χωρίς να σκοντάφτω, τα τσομπανόσκυλα και τ' άλλα ζώα άρχισαν να μ’ αποφεύγουν και να πισωπλατούν,  όταν τα συναπαντούσα, και να βλέπω όλο και συχνότερα παράξενα όνειρα, όνειρα πού' ταν λουσμένα σ’ ένα λαμπερό πορφυρό φως και με γυναίκες πολλές που κάθονταν σαν απέναντί μου και με κοιτούσαν σιωπηλές σα να με μετρούσαν. Τα φύλλα της βελανιδιάς κι άλλων δέντρων άρχισαν μια μέρα να μου μιλούν και εγώ καταλάβαινα τη γλώσσα τους. «Παιδάκι μικρό» μου έλεγαν, «πιο κάτω, σε τρεις σκιές μας απόσταση, εκεί κρύβεται ένας λαφιάτης, πρόσεχε!». Και ο άνεμος ν' ακινητεί και να στέκεται κοντά μου, σύντροφος ακριβός.
 
Μια μέρα, εκείνο το καλοκαίρι του 1970, η γιαγιά Δεσποινιώ μου μίλησε για τους κεραυνίτες. Οι κεραυνίτες είναι μανιτάρια που βγαίνουν τη στιγμή που μαίνεται καταιγίδα στον κάμπο και πέφτουν πολλοί κεραυνοί. Είναι μικρά μοναχικά μανιτάρια με ένα φωσφοριζέ μπλε χρώμα που ζουν όσο διαρκεί η καταιγίδα και μόνον.
 
- Είναι πολύ επικίνδυνο αλλά πρέπει να μου φέρεις ένα τέτοιο μανιτάρι!
 
- Γιατί είναι επικίνδυνο, γιαγιά;
 
- Στον κάμπο οι κεραυνοί σε μια τέτοια καταιγίδα σε κυνηγούν και μπορεί να σε σκοτώσουν. Πρέπει να μην τους φοβάσαι και να τρέχεις ζιγκ ζακ πηδώντας χωρίς να σταματάς πουθενά. Θα σου πω εγώ το μέρος που βγαίνουν αυτοί οι κεραυνίτες.
 
- Και τι δύναμη έχουν αυτά τα μανιτάρια, γιαγιά;
 
- Ένα τέτοιο σου δίνει τριάντα χρόνια ζωής επιπλέον, αλλά δεν εμποδίζει τα γηρατειά. Εσύ δεν το χρειάζεσαι ακόμα, εγώ ναι. Εσύ μπορείς να τρέξεις, εγώ όχι. 
 
Μετά συνέχισε σκεφτική σαν να υπολόγιζε νοερά, κοίτα να δεις, ο Αδάμ έγινε πατέρας του Σηθ σε ηλικία 130 χρονών, και μετά έζησε άλλα 800 χρόνια. Ο Ενώχ σε ηλικία 65 χρονών γέννησε τον Μαθουσάλα, και μετά έζησε άλλα 300 χρόνια. Ο Μαθουσάλας σε ηλικία 187 χρονών γέννησε τον Λάμεχ, μετά έζησε άλλα 782 χρόνια και πέθανε σε ηλικία 969 χρονών. Ο Νώε ήταν 500 χρονών όταν γέννησε τον Σημ, Χαμ και Ιάφεθ, και πέθανε σε ηλικία 950 χρονών. Άκου με προσεκτικά, ναι, μπορούμε να ζήσουμε πολύ, να ξεφύγουμε του θανάτου! Αυτά τα μανιτάρια, οι κεραυνίτες, να ξέρεις, σου δίνουν αθανασία! Αθανασία! Τα μάτια της έλαμψαν καθώς μού' σφιξε το χέρι δυνατά. Αθανασία επέστρεψε κι η ηχώ στο μικρό της σπίτι.
 
Μετά η γιαγιά Δεσποινιώ άνοιξε αργά αργά ένα μικρό κουτάκι κι έβγαλε από μέσα τελετουργικά ένα αστραφτερό ασημένιο γιγάντιο κέρμα. Ήταν ένα τριαντάδραχμο!
 
Το τριαντάδραχμο, όπως έμαθα πολύ αργότερα, ήταν ένα αναμνηστικό αργυρό τριαντάδραχμο του 1963. Κόπηκε στο Παρίσι σε 3 εκατομμύρια αντίτυπα, για τα 100 χρόνια της τότε βασιλεύουσας δυναστείας και εικονίζονται οι 5 από τους 6 βασιλείς που είχαν ως τότε βασιλεύσει. Η ελληνική βασιλική οικογένεια ιδρύθηκε από τον Γεώργιο Α΄ Βασιλέα των Ελλήνων, και ανέδειξε έξι ανώτατους άρχοντες της Ελλάδας μέχρι την έκπτωσή της το 1973.  
 
 
Η γιαγιά Δεσποινιώ μ’άφησε να το αγγίξω. Έλαμπε στο φως της λάμπας πετρελαίου που φώτιζε το δωμάτιό της, ενώ εγώ το κοίταζα με ορθάνοιχτα μάτια. Υποσχέθηκε να μου το δώσει αν της έφερνα έναν και μόνον έναν κεραυνίτη. Δικό μου ένα ασημένιο τριαντάδραχμο, καταδικό μου, εγώ που είχα αποκτήσει μόνον πενταρίτσες, αυτές με τη τρύπα στη μέση; Ρώτησα πως θά' πρεπε να τρέχω στην κεραυνοκαταιγίδα . Η γιαγιά Δεσποινιώ, μ’άγγιξε στον ώμο ευχαριστημένη και μου έδωσε οδηγίες. Τα μανιτάρια τής είχαν αποκαλύψει ότι μια τέτοια καταιγίδα, γεννήτρα κεραυνιτών, θα επέλαυνε στο χωριό μας σε τρεις ημέρες καιρό. Αυτές οι καταιγίδες ήταν πολύ σπάνιες στα μέρη μας. Έπρεπε να προετοιμαστώ, γιατί ίσως να μην υπήρχε άλλη ευκαιρία, έτσι μου είπε.
  
Πέρασα τις άλλες ημέρες μη κάμνοντας τίποτα. Πήγα μόνον κι είδα το μέρος αρκετές φορές. Λογάριασα τη διαδρομή. Έβαλα με το μυαλό μου που έπρεπε να πατάω. 'Επρεπε να μένω στον αέρα όσο γινόταν περισσότερο για να μην με χτυπήσει κεραυνός. Αυτό μπορούσα να το κάνω αν πηδούσα με μεγάλους διασκελισμούς όσο γινόταν περισσότερο. Το μεσημέρι τής πήγαινα το φαγητό της κι η γιαγιά Δεσποινιώ με κοίταζε με λαμπερά σχεδόν νεανικά μάτια και με βουβή προσμονή. Δεν μιλούσε, ούτε μου μοίραζε πια το φαγητό της. Μου έδινε μόνο να τρώω ωμές τις βυζαντινές της πριγκίπισσες και μου απαγόρευσε να φάω τίποτα άλλο μέχρι νά' ρθει η κεραυνοκαταιγίδα.
 
Το απόγευμα της τρίτης ημέρας η καταιγίδα έπεσε στο χωριό μας ως λαίλαπα με γερή νεροποντή, δυνατούς ανέμους και βροντερούς, μεγάλους κεραυνούς. Ζώα, άνθρωποι κλείστηκαν μέσα. Εγώ κάτω από το τσίγκινο παραπέτασμα της πόρτας της αποθήκης, όπου κρύφτηκα για ν’ αποφύγω να εγκλωβιστώ στο σπίτι της γιαγιάς μου, περίμενα την ευκαιρία να φύγω. 

Κραακ, κραακ, κραακ να πέφτουν οι κεραυνοί και να με προκαλούν. Τεράστιοι ηλεκτρικοί σπινθήρες κουβαλώντας εκατομμύρια βολτ έπεφταν κάθε δευτερόλεπτο από τον ουρανό. Η ξαφνική και έντονη θέρμανση του αέρα δημιουργούσε κύματα κρούσης που ο ήχος τους βροντούσε με πάταγο τα σπίτια του χωριού και το έδαφος.
 
Έπρεπε να τρέξω σα σαΐτα, να πετάξω σαν πουλί, να πηδήξω σα λαγός κυνηγημένος. Φώναξα ξαφνικά μόνος μου για να πάρω θάρρος και άρχισα να τρέχω πηδώντας δεξιά κι αριστερά. Η απόσταση μέχρι το πρώτο μέρος που φύτρωναν κεραυνίτες ήταν περίπου δύο χιλιάδες μέτρα και διέσχιζε τα σιτοχώραφα στον πλατύ, επίπεδο κάμπο.
 

Έτρεχα και πηδούσα με κομμένη την ανάσα. Οι κεραυνοί κραακ, κραακ με πλησίαζαν. Η βροχή χτυπούσε με λύσσα κάθετα το πρόσωπό μου, ο άνεμος σφύριζε τόσο πολύ που δεν άκουγα σχεδόν καθόλου. Ένοιωσα ξαφνικά σ' αυτόν τον χαλασμό πυρακτωμένο αέρα κοντά στα μάγουλά μου. Κραακ, κραακ πολύ κοντά μου και το μέρος φωτίστηκε σα μέρα. Πείσμωσα, οι αρχαίες πριγκίπισσες χαλούσαν ξαναμμένες τον κόσμο μέσα μου σα νά' μουν σε αρχαίο ιππόδρομο μονομάχος, πήδηξα ψηλά και μακριά σαν ελάφι, νάτο το μπλε μανιτάρι, χρατς τό’ κοψα κι όπου φύγει, φύγει πετώντας. Οι πριγκίπισσες ούρλιαζαν θριαμβευτικά για ώρα.
 
Μπήκα στο σπίτι μας. Είπα μια δικαιολογία στους άλλους. Ο άνεμος σφύριζε στα παράθυρα. Ξάπλωσα να κοιμηθώ. Έβαλα τον κεραυνίτη που γαλαζοφωσφόριζε στο σκοτάδι μέσα σ’ ένα σακουλάκι. Δεν κοιμήθηκα εκείνο το βράδυ. Ήμουν πολύ αναστατωμένος και κουρασμένος, αλλά σκεφτόμουν έντονα το κέρμα που θα κρατούσα στο χέρι την άλλη μέρα και που θα ασημοφωσφόριζε στο ίδιο εκείνο σκοτάδι. Ένα τριαντάδραχμο! Μ' αυτή την αναμονή πέρασα ως το πρωί. Η καταιγίδα λυσσομανούσε όλο το βράδυ.
 
Οι κεραυνοί κάποια στιγμή μας εγκατέλειψαν και το πρωί μάς προϋπάντησε με κρύο και συννεφιά. Η καταιγίδα είχε περάσει και τα πάντα γύρισαν στην μονότονη αέναη κίνησή τους. Τα ζώα βγήκαν να βοσκήσουν, οι άνθρωποι στις δουλειές τους. Πήγα στη γιαγιά Δεσποινιώ κρατώντας σφιχτά στην τσέπη μου το μανιτάρι. Καθώς πλησίαζα, είδα κόσμο απέξω, συγχωριανούς, κεριά αναμμένα. Η γιαγιά Δεσποινιώ πέθανε εκείνο το βράδυ της κεραυνοκαταιγίδας, έτσι μου είπαν. Ο θάνατός της ξαφνικός σαν απρόσμενος κλέφτης. Στάθηκα σοκαρισμένος. Κανείς δεν έκλαιγε, η σορός της ακίνητη, τα μάτια της κλειστά. Κοιτούσα αποσβολωμένος για ώρα το μικρό της πρόσωπο με τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά. Υπήρχε διαφωνία μεταξύ των κοντινών συγγενών για το πόσο χρονών έπρεπε να γράψουν στον τάφο της. Μετρούσαν τα χρόνια και τά’ βγαζαν άλλος εκατόν είκοσι επτά άλλος εκατόν δεκά εννιά κι απορούσαν. Κανείς δεν ήξερε πόσων χρονών ήταν. Τα δισέγγονά της τελικά πρότειναν να γράψουν στο σταυρό απεβίωσε εκατόν πέντε ετών, χωρίς να γράψουν ημερομηνία γέννησης, για να μην σχολιάζει το χωριό.
 
Βγήκα έξω και πέταξα το μανιτάρι μακριά με θυμό και λύπη. Μετά από μερικές ημέρες ο δεύτερος ξάδελφός μου, εγγόνι της γιαγιάς Δεσποινιώς, αυτόν πού' χα νικήσει όταν έφαγα τα κόκκινα μανιτάρια, ήρθε και μού' δωσε ένα ασημένιο κέρμα. Ήταν το ασημένιο τριαντάδραχμο της γιαγιάς Δεσποινιώς! Στην αρχή σκέφτηκα να το κρατήσω όταν το βρήκα, μου είπε, αλλά μετά έβλεπα τη γιαγιά στον ύπνο μου να μου προστάζει οργισμένη να σου το δώσω και να μην βρίσκω ανάπαυση. Να πάρτο, είναι δικό σου! Τό' πιασα προσεχτικά, σα να ζεματούσε.
 
Οι διακοπές τελείωσαν, γύρισα στην πόλη, τα πάντα ξεχάστηκαν. Κάθε φορά που επέστρεφα στο χωριό, απέφευγα να γυρνώ μόνος στις ρεματιές και στα ρουμάνια. Το τριαντάδραχμο δεν το χάλασα, αλλά με τα χρόνια παράπεσε κάπου και χάθηκε. Μανιτάρια δεν έφαγα ποτέ ξανά, ούτε επιθύμησα άλλο τις βυζαντινές πριγκίπισσες και τα δώρα τους. Τα χρόνια πέρασαν, εγώ μεγάλωσα. Ζω μόνιμα στην πόλη, σε μια ήσυχη γειτονιά. Εδώ και χρόνια τρώγω μόνο λαχανικά που ψωνίζω από τον μανάβη της γειτονιάς μου. Εκεί καμιά φορά πέφτει άθελα η ματιά μου σε κάτι άσπρα καλλιεργημένα μανιτάρια, έτοιμα προς πώληση μέσα σε κάτι μαύρα καφασάκια. Τότε σαν τα κοιτώ, ξεπηδούν καταπάνω μου παιδικές μνήμες κι αναθυμούμαι τη γιαγιά Δεσποινιώ. Και για μια στιγμή, για μια στιγμή μονάχα, σα να την αισθάνομαι μ' ένα ρίγος να μου ψιθυρίζει λυπημένα σαν πνοή, τις έστιν άνθρωπος, ος ζήσεται και ουκ όψεται θάνατον; τις ρύσεται την ψυχήν αυτού εκ χειρός άδου; 
  




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...