Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

14 - Το μικρό μαύρο κοκοράκι



Περνούσα τις σχολικές μου διακοπές στο χωριό της γιαγιάς μου από την πλευρά της μητέρας μου.  Η γιαγιά μου έκανε δεκατρία παιδιά, της έζησαν πέντε. Απ' αυτά, τα τέσσερα έφυγαν μετανάστες στη Σουηδία. Η μητέρα μου παντρεύτηκε και μετακόμισε στην πόλη.
   
Στις σχολικές μας διακοπές, η μάνα μου ξενοδούλευε για να συμπληρώσει το πενιχρό οικογενειακό εισόδημα.  Μιλάμε για τη δεκαετία του 70. Επειδή δεν υπήρχε άτομο να μας φυλάει, μας έστελναν στο χωριό. Το χωριό ήταν χτισμένο στους πρόποδες βουνού δίπλα σ' ένα δάσος.
   
Οι θείοι και οι θείες που δούλευαν στη Σουηδία έστελναν επίσης τα παιδιά τους στο χωριό. Το εισιτήριο του αεροπλάνου ήταν ακριβό, αλλά ήθελαν τα παιδιά τους να μην χαθούν στη ξενιτιά. Εξάλλου πήγαν για λίγο, να βγάλουν μερικά λεφτά και να γυρίσουν πίσω, έτσι δεν είναι; Έμειναν τελικά τριάντα χρόνια και από λεφτά τίποτα.
   
  
Το σπίτι της γιαγιάς ήταν μικρό με ισόγειο και ανώγειο. Στο ισόγειο ένας διάδρομος, κουζίνα και καθιστικό μαζί, και ένα δωμάτιο. Στο ανώγειο η κρεβατοκάμαρα του παππού και της γιαγιάς και το καλό δωμάτιο, το σαλόνι όπως λέμε σήμερα, πάντα κλειστό και κρύο, αφού δεν θερμαινόταν ποτέ.  Άνοιξε μονάχα για τους γάμους των θείων μου.
   
Ο παππούς μου με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει υπεράνθρωπος, αφού μπορούσε να φτιάξει από κασέρι μέχρι σπίτι. Ήταν μάλλον η εποχή. Δεν ρωτούσες πως φτιάχνεται αυτό, αλλά πότε θα ξεκινήσουμε. Και φυσικά τότε στο χωριό ο ένας βοηθούσε τον άλλον.
   
Ο παππούς είχε και ζώα. Αγελάδες, πρόβατα, βουβάλια, άλογο, γαϊδούρι, γουρούνια. Και η γιαγιά κουνέλια, κότες και χήνες.
   
Οι κότες είχαν κόκορες και ανάμεσα σ' αυτούς βρισκόταν κι ένα μικρό μαύρο κοκοράκι. Οι κόκορες απαξιούσαν να τα βάλλουν μαζί του και τον ανέχονταν, έτσι μικρόσωμος και σαν ασθενικός που ήταν. Οι κότες πάλι ήταν τουλάχιστον διπλάσιες σε ύψος απ' αυτόν και δεν του έδιναν σημασία. Το κοκοράκι ήταν πολύ ήρεμο και μας άφηνε να το χαϊδεύουμε. Όταν το χαϊδεύαμε έκανε κάτι ήχους σα κρρ, κρρ, όπως κάνει η γάτα όταν την χαϊδεύεις.
   
Αυτό το κοκοράκι κατά παράξενο τρόπο καταλάβαινε την παρουσία των λύκων και δεν τους φοβόταν, γι' αυτό και ο παππούς το κρατούσε. Όταν τους αισθάνονταν να πλησιάζουν στο σπίτι, που ήταν στη άκρη του χωριού δίπλα στο δάσος, έβγαζε αμέσως μια διαπεραστική φωνούλα κάτι σαν κικιρ, κικιρ, κικιρ, πηδούσε σε μια λαμαρίνα αφημένη στην άκρη της αυλής και με τα μικρά του νυχάκια έκανε ένα δαιμονιώδη θόρυβο κρακ, κρακ, κρακ. Έτσι ο παππούς ξυπνούσε, άρπαζε την καραμπίνα του και κυνηγούσε τους λύκους.



Μια φορά, Χριστούγεννα του 67 ήταν θαρρώ, έπεσε πολύ χιόνι στο χωριό. Οι δρόμοι του χωριού έγιναν αδιάβατοι και το κρύο ήταν ανυπόφορο.  Εμείς, δηλαδή εγώ, ο Θανασάκης, ο αδελφός μου, ο Μάκης του Μαντάκου με την Χαρούλα την αδελφή του, ο Μάκης του Δημητρού με την Σταυρούλα, ο Γιωργάκης με την 'Όλγα, παιδιά μικρά, παίζαμε όλη μέρα στην αυλή ή επισκεπτόμασταν τα δεύτερά μας ξαδέλφια. Ήταν για μας τότε οι διακοπές στο χωριό, ο μικρός, παιδικός μας παράδεισος. 



Τότε στο χωριό...
    
Το βράδυ, μετά από μια ημέρα ξέγνοιαστου παιχνιδιού, μαζευόμασταν όλοι δίπλα στη ξυλόσομπα, όπου η γιαγιά έψηνε κάστανα ή έσπαγε καρύδια και φουντούκια και μας τα φίλευε. Ο παππούς γυρνούσε από το καφενείο, όπου πήγαινε να πιεί μια ρακή, και μας έφερνε ματζούνια, γλυκά ζελεδάκια δηλαδή τυλιγμένα σε άσπρα διαφανή χαρτάκια ή γυάλινες μπίλιες για παιχνίδι.
   
Προετοιμαζόμασταν για τα Χριστούγεννα. Η γιαγιά μας έλεγε ιστορίες, πως περνούσε σαν παιδούλα τα παλιά χρόνια στη χαμένη πια από καιρό πατρίδα, και ο παππούς έκανε προετοιμασίες για το σφάξιμο του γουρουνιού. Ετοίμαζε σκεύη, καθάριζε τη χειροκίνητη μηχανή του κιμά –ήταν φημισμένα τα λουκάνικά του, τα λουκάνικα του μπαρμπα Μαθιού- και τρόχιζε τα μαχαίρια με μια ακονόπετρα. Φως δεν είχε φτάσει ακόμα στο χωριό. Φωτιζόμασταν με λάμπες πετρελαίου. 
   
Όταν κουραζόμασταν, η γιαγιά μας οδηγούσε στο μικρό δωμάτιο του ισογείου, όπου είχε απλώσει κιλίμια και βελέντζες στο πάτωμα, για να κοιμηθούμε όλοι μαζί κατάχαμα. Σε δυο μονά κρεβάτια που υπήρχαν σ' αυτό το δωμάτιο, ο παππούς άπλωνε κάτι μεγάλα στρογγυλά κεφάλια κασεριών για να ωριμάσουν. Εμείς κοιμόμασταν κάτω και πάνω από τα κεφάλια μας τα κασέρια ωρίμαζαν κάνοντας αργά πατ, πατ, σκορπώντας τριγύρω μια ωραία μυρωδιά πηγμένου γάλακτος.



Τουαλέτα δεν υπήρχε στο σπίτι. Η γιαγιά, για το βράδυ, μας άφηνε ένα τσίγκινο μικρό τσουκάλι, αλλά εάν ήθελες κάτι περισσότερο από αυτό έπρεπε να πας έξω στη αυλή, όπου υπήρχε ένα μικρό ξύλινο παράπηγμα με μία τούρκικη, όπως λεγόταν, τουαλέτα.  Φανταστείτε μία τρύπα στο έδαφος και από πάνω της μία ξύλινη κατασκευή από φτηνή σανίδα και με μια προχειροβαλμένη πόρτα που δεν έκλεινε καλά το ξύλινο μάνταλό της και έπρεπε να την κρατάς με το χέρι αν ήσουν μέσα.
   
Ήταν θαρρώ προπαραμονή Χριστουγέννων, το χιόνι πολύ -έλεγαν οι άνθρωποι ότι τόσο πολύ δεν είχαν ματαδεί-, το κρύο διαπεραστικό, και στο καφενείο του χωριού ανησυχούσαν για επιδρομές λύκων. Έλεγαν ότι αγέλες ολόκληρες από πεινασμένους λύκους θα επέδραμαν στα χωριά από τα βουνά εκείνη τη χρονιά.

Κείνο το βράδυ αργά, όταν κοιμόμασταν, θες πού' χα φάει ξινολάχανο με κόκκινο πιπέρι, θες φρέσκο, ανώριμο κασέρι, ήταν επιτακτική ανάγκη να πάω τουαλέτα. 
   
Πήγα στη γιαγιά στην κουζίνα. Κοιμόταν εκεί, όταν ερχόμασταν, για να μας προσέχει. Φαινόταν πολύ κουρασμένη και κοιμόταν βαθειά. Την σκούντηξα με το χέρι μου. Τίποτα, δεν ξυπνούσε. Την σκούντηξα ξανά και ξανά. Τίποτα. Έκανε ένα μμμ στον ύπνο της και γύρισε πλευρό.  Πήγα στον παππού πάνω.  Ροχάλιζε. Τον φώναξα, τον σκούντηξα, τίποτα. Πλατάγισε την γλώσσα του για μια στιγμή, σταμάτησε το ροχαλητό, έκανε ένα πφι και γύρισε πλευρό.
   
Δεν κρατιόμουν πια! Έπρεπε να πάω στην τουαλέτα αμέσως. Έτρεξα τα λίγα ξύλινα σκαλοπάτια που κατέβαζαν στο ισόγειο και άνοιξα την πόρτα. Έξω σκοτάδι, μου πήρε μια στιγμή να το συνηθίσω, το κρύο δυνατό, χιόνι παντού. Έτρεξα με τα μικρά μου πόδια προς την τουαλέτα. Ήμουν, δεν ήμουν εφτά χρονών. Καθώς έτρεχα το χιόνι έκανε πουφ, πουφ, πουφ κάτω από τα πόδια μου. Μπήκα στο ξύλινο παράπηγμα. 
   
Καθώς ανακουφιζόμουν, για μια στιγμή το σώμα μου ανατρίχιασε. Με ειδοποιούσε για σοβαρό κίνδυνο. Μού' ριξε μια δυνατή κλωτσιά φόβου και εγώ κρατώντας την αναπνοή μου προσπαθούσα να καταλάβω τι συμβαίνει.

Μα ναι! Άγρια ζώα ήταν απέξω! ΄Ακουγα τρέμοντας τις ανάσες τους χχφφ, χχφφ,  και τους απειλητικούς γρυλλισμούς τους γγρρ, γγρρ να με περιτριγυρίζουν. Μανούλα μου, λύκ …οι!
   
Έπιασα με τα μικρά μου χεράκια την πόρτα από μέσα. Ίδρωνα και έκλαιγα σοκαρισμένος με μικρά πνιχτά αναφιλητά. 
   
Τότε σχεδόν αμέσως, στην ησυχία της νύχτας, ακούστηκε κικιρ, κικιρ, κικιρ, κρακ, κρακ, κρακ. Το μικρό μαύρο κοκοράκι έκανε τόσο θόρυβο σαν μπάντα καλικαντζάρων τη νύχτα των Χριστουγέννων.
   
Ο παππούς ξύπνησε αμέσως. Φωνάζοντας χούι, χούι, πυροβόλησε προς το μέρος των λύκων και οι λύκοι εξαφανίστηκαν. Είχα σωθεί. Έτρεξα κατατρομαγμένος προς το μέρος του παππού φωνάζοντας "Παππού, παππού…!".

 
Αγέλες πεινασμένων λύκων τελικά δεν επέδραμαν εκείνο τον κρύο χειμώνα στο χωριό. Τα Χριστούγεννα πέρασαν ως συνήθως. Μετά τις γιορτές οι γονείς μου μας πήραν από το χωριό και κατεβήκαμε στην πόλη. Αλλά εκείνο το μικρό μαύρο κοκοράκι δεν το ξέχασα ποτέ. Και πάντα θα το χαϊδεύω στην αγκαλιά μου κι αυτό θα κάνει κρρ, κρρ σα γάτα.


Το ατρόμητο μικρό μαύρο κοκοράκι όταν πια μεγάλωσε
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...